
Ο θάνατος του Μπάλντρ, γιου του Όντιν και της Φρίγκας, αποτελεί μία από τις βαρύτερες απώλειες των θεών στη σκανδιναβική μυθολογία και συνδέεται με την πορεία προς το Ράγκναροκ, την τελική σύγκρουση που θα επιφέρει την καταστροφή του κόσμου πριν από την ανανέωσή του. Η γνωστή ιστορία με τον όρκο της Φρίγκας, το γκι και τον τυφλό Χοντ, που εξαπολύει το θανατηφόρο βλήμα με την καθοδήγηση του Λόκι, παραδίδεται πληρέστερα από τον Ισλανδό λόγιο Σνόρι Στούρλουσον. Ποιητικές μαρτυρίες διασώζουν επιμέρους επεισόδιά της, ενώ στον Δανό ιστοριογράφο Σάξο τον Γραμματικό η αναμέτρηση παίρνει διαφορετική μορφή, χωρίς την παρουσία του Λόκι και χωρίς το μοιραίο φυτό.
Οι πηγές του μύθου του Μπάλντρ
Στο «Γκυλφαγκίνινγκ», δηλαδή στην «Εξαπάτηση του Γκύλφι», βρίσκεται η αναλυτικότερη αφήγηση. Το έργο αποτελεί το κύριο μυθολογικό τμήμα της Πεζής Έδδας, που αποδίδεται στον Σνόρι Στούρλουσον (1179–1241) και συντάχθηκε γύρω στο 1220, περίπου δύο αιώνες μετά την επίσημη αποδοχή του χριστιανισμού στην Ισλανδία, το 999 ή το 1000. Χριστιανός λόγιος ο ίδιος, ο Σνόρι συγκέντρωσε παλαιότερο υλικό για τη μυθολογία και την ποιητική τέχνη, παραθέτοντας συχνά στίχους ως τεκμήρια για όσα εξιστορούσε. Η σύνθεσή του φέρει επομένως τη σφραγίδα του 13ου αιώνα, ακόμη και όταν διασώζει παραδόσεις πολύ προγενέστερες.
Από τα εδδικά ποιήματα, η «Βόλουσπα», η «Προφητεία της μάντισσας», εντάσσει τη μοίρα του Μπάλντρ σε μια ευρύτερη αφήγηση για την αρχή και το τέλος του κόσμου. Βασικός μάρτυρας του κειμένου της είναι ο Codex Regius της Ποιητικής Έδδας, χειρόγραφο περίπου του 1270. Σε διαφορετικό κώδικα, τον AM 748 I a 4to, γραμμένο γύρω στο 1300, σώζεται το σύντομο ποίημα «Τα όνειρα του Μπάλντρ». Οι χρονολογίες των χειρογράφων προσδιορίζουν την καταγραφή των κειμένων· η σύνθεση και οι διαδοχικές μορφές των ίδιων των ποιημάτων παραμένουν αντικείμενο συζήτησης.
Παλαιότερη χρονολογήσιμη μαρτυρία για την κηδεία του θεού προσφέρει η «Χουσντράπα» του σκάλδου Ούλφρ Ούγκασον, που συνήθως τοποθετείται στα τέλη του 10ου αιώνα, περίπου στο 985. Το ποίημα περιέγραφε μυθολογικές παραστάσεις στον ξύλινο διάκοσμο μιας ισλανδικής αίθουσας και διασώζεται αποσπασματικά μέσα στην Έδδα του Σνόρι.
Τα όνειρα του Μπάλντρ και ο όρκος της Φρίγκας
Ως τον άριστο των Ασών παρουσιάζει ο Σνόρι τον Μπάλντρ, με ομορφιά τόσο λαμπρή ώστε από την όψη του να φαίνεται πως εκπέμπεται φως. Στη σοφία και στην πραότητά του επιμένει η περιγραφή, πριν η αφήγηση περάσει στα ανησυχητικά όνειρα που προμηνύουν κίνδυνο για τη ζωή του.
Όταν ο Μπάλντρ ανακοίνωσε τα όνειρά του στους θεούς, εκείνοι συσκέφθηκαν για την προστασία του. Η Φρίγκα εξασφάλισε όρκους από τη φωτιά και το νερό, τον σίδηρο και τα υπόλοιπα μέταλλα, τις πέτρες, τη γη και τα δέντρα, καθώς και από τις ασθένειες, τα ζώα, τα πτηνά, τα δηλητήρια και τα φίδια, ώστε τίποτε από αυτά να μην τον βλάψει. Αφού θεωρήθηκε κατοχυρωμένη η ασφάλειά του, οι Άσοι άρχισαν να διασκεδάζουν δοκιμάζοντάς την: ο Μπάλντρ στεκόταν στη σύναξή τους και οι υπόλοιποι του έριχναν βλήματα και πέτρες ή επιχειρούσαν να τον χτυπήσουν, θαυμάζοντας κάθε φορά που έμενε άθικτος.
Στα «Όνειρα του Μπάλντρ» ο όρκος της Φρίγκας παραλείπεται, ενώ προβάλλεται η αγωνία για όσα πρόκειται να συμβούν. Καβάλα στον οκτάποδο Σλέιπνιρ, ο Όντιν κατεβαίνει προς τον κάτω κόσμο και ανακαλεί από τον τάφο της μια μάντισσα, στην οποία παρουσιάζεται ως Βέγκταμρ. Από εκείνη πληροφορείται ότι το υδρόμελο έχει ήδη ετοιμαστεί για την υποδοχή του Μπάλντρ, ότι φονιάς του θα γίνει ο Χοντ και ότι η Ρίντρ θα γεννήσει τον εκδικητή του. Η σιωπή του ποιήματος για άλλα επεισόδια περιορίζει όσα μπορούμε να αντλήσουμε από αυτό σχετικά με τη μορφή που είχε τότε ολόκληρη η ιστορία.
Το κλαδί του γκι και το χέρι του Χοντ
Την απρόσβλητη φύση του Μπάλντρ τη βλέπει με δυσαρέσκεια ο Λόκι. Ο Σνόρι καταγράφει αυτή την αντίδραση χωρίς να αναπτύσσει κάποιο βαθύτερο κίνητρο, και αμέσως τον παρουσιάζει μεταμορφωμένο σε γυναίκα να επισκέπτεται τη Φρίγκα στο Φένσαλιρ. Με τις ερωτήσεις του αποσπά την πληροφορία που χρειάζεται: δυτικά της Βαλχάλα φυτρώνει ένα βλαστάρι, το μίστιλτεϊν, δηλαδή το γκι, από το οποίο η θεά παρέλειψε να ζητήσει όρκο, επειδή το θεώρησε πολύ νεαρό.
Παίρνοντας το φυτό, ο Λόκι επιστρέφει στη σύναξη και πλησιάζει τον Χοντ, που στέκεται παράμερα επειδή είναι τυφλός. Ο Χοντ εξηγεί ότι δεν βλέπει πού βρίσκεται ο Μπάλντρ και ότι δεν διαθέτει όπλο· ο Λόκι τού προσφέρει το γκι και υπόσχεται να του υποδείξει τον στόχο, παρακινώντας τον να τιμήσει τον αδελφό του όπως κάνουν οι άλλοι. Το βλήμα διαπερνά τον Μπάλντρ και εκείνος πέφτει νεκρός.
Στην αφήγηση του Σνόρι, όπου χρησιμοποιούνται όροι για ράβδο και βλήμα, η ακριβής μορφή του όπλου παραμένει αδιευκρίνιστη. Αντίστοιχα, η «Βόλουσπα» μιλά για το θανατηφόρο βλήμα που προήλθε από το λεπτό φυτό. Οι αποδόσεις του ως βέλους ή ακοντίου στηρίζονται σε αυτή τη γλώσσα, χωρίς οι παλαιές πηγές να προσφέρουν λεπτομερή περιγραφή της κατασκευής του.
Άφωνοι έμειναν οι θεοί μπροστά στο σώμα του Μπάλντρ, ενώ η ιερή ασυλία του τόπου εμπόδιζε την άμεση εκδίκηση. Βαρύτερα από όλους ένιωσε την απώλεια ο Όντιν, καθώς αντιλαμβανόταν πληρέστερα τη συμφορά που είχε βρει τους Άσους.
Η αποστολή του Χέρμοντ και το δάκρυ που δεν χύθηκε
Η Φρίγκα ζήτησε να βρεθεί κάποιος πρόθυμος να ταξιδέψει στη Χελ και να διαπραγματευθεί την επιστροφή του γιου της. Το όνομα δηλώνει τόσο την κυρίαρχο του κάτω κόσμου όσο και την επικράτειά της. Την αποστολή ανέλαβε ο Χέρμοντ, γιος του Όντιν, χρησιμοποιώντας τον Σλέιπνιρ.
Στο μεταξύ, οι θεοί μετέφεραν το σώμα του Μπάλντρ στη θάλασσα για την καύση του επάνω στο πλοίο Χρίνγκχορνι. Επειδή αδυνατούσαν να το μετακινήσουν, κάλεσαν τη γιγάντισσα Χίροκιν, που έφθασε πάνω σε λύκο με φίδια για χαλινάρια και έσπρωξε το σκάφος με τόση δύναμη ώστε σείστηκε η γη. Όταν το σώμα μεταφέρθηκε στο πλοίο, η Νάννα, σύζυγος του Μπάλντρ, πέθανε από τη θλίψη και τοποθετήθηκε στην ίδια πυρά. Ο Θορ την καθαγίασε με το σφυρί του, ενώ ο Όντιν πρόσφερε το χρυσό δαχτυλίδι Ντράουπνιρ.
Ύστερα από εννέα νύχτες μέσα σε σκοτεινές κοιλάδες, ο Χέρμοντ έφθασε στον ποταμό Γκιολ και συνέχισε προς την κατοικία της Χελ, όπου βρήκε τον Μπάλντρ καθισμένο σε τιμητική θέση. Για να τον αφήσει να επιστρέψει, εκείνη έθεσε έναν όρο: να τον κλάψουν όλα τα πράγματα του κόσμου, ζωντανά και άψυχα. Αρκούσε μία άρνηση για να παραμείνει κοντά της.
Οι αγγελιαφόροι των θεών ζήτησαν το καθολικό αυτό πένθος και ανταποκρίθηκαν οι άνθρωποι, τα ζώα, η γη, οι πέτρες, τα δέντρα και τα μέταλλα. Στην υγρασία που εμφανίζεται όταν τα παγωμένα αντικείμενα μεταφέρονται στη ζέστη, ο Σνόρι αναγνωρίζει το κλάμα τους. Μέσα σε μια σπηλιά, όμως, η γιγάντισσα Θεκ αρνήθηκε να θρηνήσει και δήλωσε πως η Χελ μπορούσε να κρατήσει ό,τι είχε. Ο αφηγητής μεταφέρει την πεποίθηση ότι πίσω από τη μορφή της κρυβόταν ο Λόκι, διατηρώντας τη διατύπωση αυτή ως γνώμη που αποδίδεται σε άλλους.
Η τιμωρία του Λόκι και ο δρόμος προς το Ράγκναροκ
Μετά την αποτυχία της επιστροφής του Μπάλντρ, ο Λόκι κρύφτηκε και πήρε τη μορφή σολομού, αλλά οι θεοί τον συνέλαβαν. Τον έδεσαν πάνω σε πέτρες με τα έντερα ενός γιου του, ενώ η Σκάντι στερέωσε από πάνω του ένα δηλητηριώδες φίδι. Δίπλα του η Σίγκυν, η σύζυγός του, συγκρατεί σε δοχείο το δηλητήριο· όταν απομακρύνεται για να το αδειάσει, οι σταγόνες πέφτουν στο πρόσωπό του και οι σπασμοί του συνταράσσουν τη γη. Έτσι εξηγούνται οι σεισμοί μέσα στην αφήγηση, που αφήνει τον Λόκι δεμένο έως το Ράγκναροκ.
Στη «Βόλουσπα», όπως παρουσιάζεται στην ακαδημαϊκή έκδοση του Edward Pettit, οι στροφές 31–34 της εκδοχής του Codex Regius συνδέουν τη μοίρα του Μπάλντρ με το γκι και τη ρίψη του Χοντ. Ακολουθούν η εκδίκηση από έναν νεογέννητο αδελφό του νεκρού, ο θρήνος της Φρίγκας και η εικόνα ενός δεσμώτη όμοιου με τον Λόκι, με τη Σίγκυν δίπλα του. Ο εκδικητής, που στα «Όνειρα του Μπάλντρ» ονομάζεται Βάλι, στρέφεται εναντίον του Χοντ, του άμεσου αυτουργού του φόνου.
Αργότερα, όταν η μάντισσα περιγράφει τη γη που αναδύεται μετά την καταστροφή, ο Μπάλντρ και ο Χοντ εμφανίζονται ξανά μαζί. Την παράδοση της επιστροφής των δύο αδελφών διατηρεί και ο Σνόρι, τοποθετώντας τους ανάμεσα στους θεούς που θα κατοικήσουν στον ανανεωμένο κόσμο.
Η ευθύνη του Λόκι μαρτυρείται επίσης στη «Λοκασέννα». Κατά τη λεκτική σύγκρουσή του με τους θεούς σε συμπόσιο, καυχάται μπροστά στη Φρίγκα ότι ο ίδιος ευθύνεται για την απουσία του Μπάλντρ, ο οποίος δεν θα επιστρέψει έφιππος στις αίθουσες. Η μαρτυρία έχει σημασία για τη μελέτη του μύθου, αφού συνδέει τον Λόκι με τον θάνατο και έξω από την πεζή αφήγηση του Σνόρι.
Η εκδοχή του Σάξο του Γραμματικού
Στο τρίτο βιβλίο των «Πράξεων των Δανών» (Gesta Danorum), έργου που ολοκληρώθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα, ο Σάξο ο Γραμματικός παραδίδει μια πολεμική και ερωτική αντιπαλότητα. Μέσα στην ευημεριστική προσέγγισή του, που εντάσσει τους θεούς σε ένα υποτιθέμενο ανθρώπινο παρελθόν, ο Χόθερους (Hotherus) παρουσιάζεται ως θνητός ήρωας και αντίζηλος του Μπάλντερους (Balderus), γιου του Όντιν, για τη Νάννα.
Η Νάννα προτιμά τον Χόθερους και γίνεται σύζυγός του, ενώ η σύγκρουση με τον Μπάλντερους συνεχίζεται μέσα από διαδοχικές μάχες. Για να αντιμετωπίσει τον άτρωτο αντίπαλό του, ο Χόθερους αποκτά ένα εξαιρετικό ξίφος από τον Μίμινγκ, ένα υπερφυσικό ον που κατοικεί στην ερημιά. Με το όπλο αυτό τραυματίζει θανάσιμα τον Μπάλντερους, ο οποίος πεθαίνει τρεις ημέρες αργότερα. Την εκδίκησή του αναλαμβάνει ο Μπόους, γιος του Όντιν και της Ρίντα. Από την ιστορία απουσιάζουν ο όρκος της Φρίγκας και το γκι, ενώ ο αντίστοιχος του Χοντ διαθέτει όραση και ενεργεί ως συνειδητός αντίπαλος.
Το γκι και ο Λόκι στην επιστημονική συζήτηση
Στην εκτενή μελέτη του 2004, δημοσιευμένη στο περιοδικό Alvíssmál, ο Anatoly Liberman εξετάζει τις δυσκολίες που παρουσιάζει η ανασύνθεση του μύθου. Επισημαίνει την απουσία του γκι από την αυτοφυή χλωρίδα της Ισλανδίας και την περιορισμένη εξάπλωσή του στη Νορβηγία και στη νότια Σουηδία, υποστηρίζοντας ότι οι Ισλανδοί αφηγητές πιθανότατα το γνώριζαν έμμεσα. Ως πιθανό δάνειο από την παλαιά αγγλική αντιμετωπίζει και τη λέξη mistilteinn, ενώ απορρίπτει την ερμηνεία ότι το φυτό προέκυψε από παρανόηση του ονόματος κάποιου ξίφους.
Ακολουθώντας παλαιότερη θέση του Eugen Mogk, ο Liberman θεωρεί τη συνεργία του Λόκι ιδιαίτερη ανάπτυξη της νορβηγοϊσλανδικής παράδοσης. Οι απόψεις του αποτελούν προτάσεις μέσα σε μια μακρά επιστημονική συζήτηση, στην οποία ανήκουν επίσης οι συγκρίσεις του James Frazer με τελετουργίες της βλάστησης και οι συγκριτικές προσεγγίσεις του Georges Dumézil. Η απόσταση ανάμεσα στις σωζόμενες αφηγήσεις, ιδίως ανάμεσα στον Σνόρι και στον Σάξο, αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για το παλαιότερο θρησκευτικό περιεχόμενο της ιστορίας και για τις μεταβολές της κατά τη μετάδοσή της.
Η μικρογραφία του χειρογράφου NKS 1867 4to
Η αντιγραφή των Έδδων συνεχίστηκε στην Ισλανδία και στους νεότερους χρόνους, συχνά με εικόνες που μετέφεραν τους μυθολογικούς πρωταγωνιστές σε ενδυματολογικό περιβάλλον οικείο στους δημιουργούς τους. Στο χαρτώο χειρόγραφο NKS 1867 4to, του 1760, που φυλάσσεται στη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Κοπεγχάγης, περιλαμβάνονται δεκαέξι ολοσέλιδες εικονογραφήσεις της Έδδας του Σνόρι και τέσσερις ακόμη εικόνες. Το ψηφιακό αρχείο MyNDIR του Πανεπιστημίου της Βικτώριας αποδίδει την εικονογράφηση στον Jakob Sigurðsson (1727–1779), ενώ συνδέει τον ιερέα Ólafur Brynjólfsson (1713–1765), στον οποίο έχει επίσης αποδοθεί το χειρόγραφο, με την αρχική κατοχή και το κειμενικό περιεχόμενό του.
Στο φύλλο 96v, η σκηνή τοποθετείται κάτω από ένα πλαίσιο με κόκκινο περίγραμμα και ισλανδική επιγραφή. Το κείμενο συνοψίζει τη ρίψη του γκι με την υπόδειξη του Λόκι και τον θάνατο του Μπάλντρ, παραπέμποντας στην τεσσαρακοστή δεύτερη διήγηση της Έδδας κατά την αρίθμηση που ακολουθεί εδώ το χειρόγραφο.
Αριστερά στέκεται ο γενειοφόρος Χοντ, με κλειστά μάτια και πλατύγυρο καπέλο, κρατώντας με τα δύο χέρια ένα μακρύ ερυθρό όπλο που διαπερνά τον κορμό του Μπάλντρ. Πίσω από τον ώμο του προβάλλει ο Λόκι, με το πρόσωπο κοντά στο αυτί του και το ένα χέρι προτεταμένο. Ο Μπάλντρ, στα δεξιά, γέρνει προς τα πίσω με λυγισμένα γόνατα και υψωμένο χέρι, φορώντας κάλυμμα κεφαλής που μοιάζει με στέμμα. Τα ονόματα επάνω στις μορφές βοηθούν την αναγνώρισή τους· στα ενδύματα κυριαρχούν τα ερυθρά και καστανά χρώματα, με γαλαζοπράσινες επιφάνειες και ριγωτές κάλτσες.
Το όπλο αποδίδεται σχηματοποιημένο, χωρίς ευδιάκριτα φύλλα ή άλλα βοτανικά χαρακτηριστικά του γκι. Στο κάτω μέρος της εικόνας, γύρω από τα πόδια των μορφών, λίγες συστάδες βλάστησης και μια γαλαζοπράσινη υδάτινη ζώνη συμπληρώνουν το έδαφος.