
Η μορφή της Θεοτόκου με τον Χριστό στο στήθος, δεσπόζουσα στον μικρό τρούλο του ανώτερου ορόφου, ανήκει στο εικονογραφικό πρόγραμμα της Παναγίας Οδηγήτριας, του ναού που η παράδοση ονόμασε Αφεντικό, καθολικού της μονής Βροντοχίου στον Μυστρά. Ίδρυσε το κτήριο γύρω στο 1310 ο ηγούμενος Παχώμιος, αρχιμανδρίτης και μέγας πρωτοσύγκελλος της Πελοποννήσου, κληρικός που φρόντισε να εξασφαλίσει αυτοκρατορικά προνόμια και εκτεταμένες γαιοκτησίες για τη μονή του. Ο σύνθετος αρχιτεκτονικός τύπος του ναού, γνωστός στη σχετική έρευνα ως τύπος Μυστρά, συνδυάζει στο ισόγειο τη διάταξη δρομικής βασιλικής με πεντάτρουλλο σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό στον όροφο. Το αποτέλεσμα θυμίζει, σε μικρότερη κλίμακα, οικοδομήματα της ίδιας της Κωνσταντινούπολης. Δύο τουλάχιστον ζωγράφοι εργάστηκαν στη διακόσμηση των εσωτερικών επιφανειών, συνθέτοντας ένα από τα πλουσιότερα σύνολα τοιχογραφιών που σώζονται στον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά, αν και η φθορά του χρόνου έχει αφανίσει μεγάλο μέρος της αρχικής σύνθεσης. Η Θεοτόκος εικονίζεται όρθια, με τα χέρια υψωμένα εκατέρωθεν σε στάση δέησης, μέσα στον μικρό αυτό τρούλο του νάρθηκα, ξεχωριστό από τον κεντρικό τρούλο του κυρίως ναού, ενώ ο Χριστός, ένθρονος στο ύψος του στήθους της, ευλογεί με το ένα χέρι. Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης εγγράφονται σε μικρότερα κυκλικά πλαίσια γύρω από τη διπλή στεφάνη που περικλείει τις δύο μορφές, μάρτυρες μιας προφητείας που η Ενσάρκωση ήλθε να εκπληρώσει.
Η τοιχογραφία της Θεοτόκου στον τρούλο του Μυστρά
Η μορφή της Θεοτόκου και το βρέφος Χριστός
Δύο ομόκεντρες ταινίες, βαθυκόκκινες στην απόχρωση, σχεδιάζουν στο κέντρο του τρούλου ένα διπλό δακτύλιο και απομονώνουν μέσα του τη μορφή της Θεοτόκου από το σκοτεινιασμένο, φθαρμένο φόντο του θόλου. Ντυμένη με βαθυκόκκινο μαφόριο και φέροντας χρυσωπό φωτοστέφανο, η Παναγία υψώνει και τα δύο χέρια της εκατέρωθεν, σε χειρονομία δέησης που ο βυζαντινός εικαστικός κώδικας απέδιδε συνήθως στη μορφή της Πλατυτέρας. Δίπλα στο πρόσωπό της διακρίνονται ίχνη της συντετμημένης επιγραφής που ταύτιζε παλαιότερα τη μορφή της με το όνομά της, σήμερα ελάχιστα ευανάγνωστης. Στο ύψος του στήθους της εγγράφεται δεύτερο, μικρότερο κυκλικό πλαίσιο όπου εικονίζεται ο Χριστός, ντυμένος με χιτώνα σε απόχρωση ροζ προς κεραμιδί, το ένα χέρι σηκωμένο σε ευλογία. Η σύνθεση αυτή, γνωστή στη βυζαντινή εικονογραφία ως Πλατυτέρα ή Θεοτόκος του Σημείου, εμφανίζεται συνήθως στην κόγχη του ιερού, εδώ όμως έχει μεταφερθεί στον δευτερεύοντα τρούλο του νάρθηκα, λύση που φανερώνει πόσο ελεύθερα διαχειρίστηκαν οι καλλιτέχνες του Μυστρά το παραδοσιακό εικονογραφικό απόθεμα, προσαρμόζοντάς το στις ιδιαιτερότητες ενός ασυνήθιστα σύνθετου κτηρίου. Η τεχνική παραμένει αυτή της νωπογραφίας, με το χρώμα να εναποτίθεται πάνω σε νωπό ασβεστοκονίαμα ώστε να δεσμευτεί μόνιμα στην επιφάνεια του τοίχου, μέθοδος που απαιτούσε από τον ζωγράφο ταχύτητα και βεβαιότητα στο σχέδιο, αφού η διόρθωση μετά το στέγνωμα του κονιάματος ήταν πρακτικά αδύνατη.
Οι προφήτες γύρω από τον τρούλο του νάρθηκα
Στα διάχωρα ανάμεσα στα παράθυρα του τυμπάνου εγγράφονται, το καθένα στο δικό του κυκλικό πλαίσιο, προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης σε προτομή, φορέματα ώχρας πάνω σε σκούρο βάθος που η αιθάλη και ο χρόνος έχουν σχεδόν καταπιεί. Λίγα από τα πρόσωπα διατηρούνται σήμερα ευδιάκριτα. Χαμηλότερα, στη ζώνη όπου ο τρούλος πατά στους πεσσούς, δύο μεγαλύτερης κλίμακας όρθιες μορφές, με φαρδιά, ανοιχτόχρωμα ενδύματα, καταλαμβάνουν τα λοφία, πλαισιώνοντας τη σκηνή με τρόπο που δίνει στο σύνολο μια αίσθηση διαβαθμισμένης ιεραρχίας, από τις μεγάλες μορφές του θεμελίου ως τα μικρά, πυκνά μετάλλια της κορυφής. Η επιλογή να περιβληθεί η Θεοτόκος από προφήτες δεν είναι σπάνια στη βυζαντινή ζωγραφική, καθώς η προφητική μαρτυρία για την Ενσάρκωση αποτελούσε πάγιο θεολογικό επιχείρημα που η εκκλησιαστική τέχνη επεξεργαζόταν με πλήθος παραλλαγών από τον 11ο αιώνα και εξής. Στο σημείο αυτό όμως η σύνθεση αποκτά ιδιαίτερο βάρος, μια και τοποθετείται όχι στον κύριο τρούλο αλλά σε έναν δεύτερο, μικρότερο θόλο αφιερωμένο αποκλειστικά στον νάρθηκα, χώρο που στη βυζαντινή αρχιτεκτονική λειτουργούσε παραδοσιακά ως μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στον έξω κόσμο και το κυρίως ναό. Το φως που εισέρχεται από τα παράθυρα της βάσης φωτίζει άνισα τις μορφές, αναδεικνύοντας κάποιες και αφήνοντας άλλες σχεδόν αδιάγνωστες μέσα στη γενική σκίαση του θόλου. Ο περιορισμένος φωτισμός εξάλλου δεν ήταν τυχαίος, καθώς οι μικροί δεύτεροι τρούλοι πάνω από νάρθηκες σκοπίμως αποφεύγουν την πλήρη φωτοδότηση του κεντρικού θόλου, κρατώντας τον χώρο του νάρθηκα σε πιο χαμηλόφωνη, προπαρασκευαστική ατμόσφαιρα σε σχέση με τον κυρίως ναό.
Η βυζαντινή τέχνη στον Μυστρά τον 14ο αιώνα
Η βυζαντινή τέχνη στον Μυστρά τον 14ο αιώνα δεν εξαντλείται βέβαια σε αυτόν τον μικρό θόλο, αλλά ο τρόπος που εδώ οργανώνεται δείχνει καθαρά τις φιλοδοξίες του εργαστηρίου που ανέλαβε τη διακόσμηση της Οδηγήτριας. Ο ίδιος αρχιτεκτονικός τύπος που δοκιμάστηκε πρώτη φορά σε αυτό το κτήριο χρησιμοποιήθηκε λίγα χρόνια αργότερα στην ανέγερση της Παντάνασσας και στη μετασκευή της Μητρόπολης, γεγονός που δείχνει πόσο γρήγορα η καινοτομία μιας μονής έγινε πρότυπο για ολόκληρη την πόλη. Ο Γάλλος βυζαντινολόγος Gabriel Millet μελέτησε τα μνημεία του Μυστρά στις αρχές του 20ού αιώνα, θέτοντας τις βάσεις για τη μεταγενέστερη έρευνα γύρω από αυτά τα σύνολα, δίχως τη δουλειά του πολλά από τα σωζόμενα ίχνη να είχαν καν καταγραφεί συστηματικά. Οι μορφές που εξετάστηκαν παραπάνω, όσο κι αν η φθορά τις έχει αδικήσει, επιτρέπουν να αναγνωριστεί ένα εικονογραφικό πρόγραμμα συνεπές, οργανωμένο γύρω από τη σχέση της Θεοτόκου με τους προφήτες που προανήγγειλαν τη γέννησή της. Η ποιότητα του σχεδίου, το χρώμα που ακόμη αντιστέκεται στη φθορά σε ορισμένα σημεία, η επιμέλεια στην απόδοση των προσώπων, όλα αυτά συνθέτουν τη μαρτυρία ενός εργαστηρίου που δούλεψε με γνώση των προτύπων της Κωνσταντινούπολης αλλά και με δική του, ευδιάκριτη ταυτότητα.

