Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης: τοιχογραφία Νέας Σκήτης

Ο Όσιος Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης Σε Μεταβυζαντινή Τοιχογραφία Τέχνης
Μορφή Του Οσίου Μάξιμου Καυσοκαλυβίτη Σε Τοιχογραφία Του 18Ου Αιώνα Στο Κυριακό Της Νέας Σκήτης, Με Πράσινο Μανδύα Και Ειλητάριο.

Στο σκοτεινό γαλάζιο βάθος του Κυριακού της Νέας Σκήτης, χρονολογημένο στον 18ο αιώνα, ο ανώνυμος αγιογράφος αποτύπωσε τη μορφή του Οσίου Μάξιμου του Καυσοκαλυβίτη, του ασκητή που έζησε στον Άθωνα τον 14ο αιώνα και έμεινε στη μνήμη της μοναστικής παράδοσης για τον βίο της ακτημοσύνης και της αδιάκοπης προσευχής. Ο τίτλος «Καυσοκαλυβίτης» δεν είναι τυχαίος προσδιορισμός. Παραπέμπει στη συνήθειά του να κατασκευάζει πρόχειρες καλύβες από κλαδιά και χόρτο, τις οποίες παρέδιδε στη φωτιά μόλις έκρινε πως ο τόπος είχε γίνει πολύ οικείος, μια πράξη που η γραφή τον απεικονίζει να την κουβαλά ακόμη και μέσα στο βλέμμα του. Η τοιχογραφία ανήκει σε εκείνη τη μεγάλη οικογένεια μεταβυζαντινών συνθέσεων που γέμισαν τους ναούς και τα κυριακά των σκητών του Αγίου Όρους, όπου η ζωγραφική συνέχισε, με τοπικές αποχρώσεις ύφους, τα εικονογραφικά πρότυπα που είχε κληροδοτήσει η κρητική σχολή του 16ου αιώνα. Πάνω στο σκούρο φόντο, δίπλα στο κεφάλι, δύο επιγραφές ταυτίζουν τη μορφή, όπως συνηθιζόταν σε κάθε τέτοιου είδους μνημειακή σύνθεση.

Η μεταβυζαντινή τέχνη της μορφής του Μάξιμου Καυσοκαλυβίτη

Το πρόσωπο κυριαρχεί μέσα σε έναν κύκλο φωτοστεφάνου βαθιού κίτρινου χρώματος, με λευκό περίγραμμα που τον διαχωρίζει καθαρά από το σκούρο βάθος. Τα μαλλιά έχουν ασπρίσει, αραιώνουν στο μέτωπο, ενώ η γενειάδα, μακριά και ασημιά, κατεβαίνει σε πλατιά κύματα καλύπτοντας σχεδόν όλο το στήθος. Το βλέμμα, σκούρο και σταθερό, δεν αναζητά τον θεατή τόσο όσο τον κοιτάζει ήδη, σαν να είχε προλάβει. Πάνω στο σώμα απλώνεται μανδύας πράσινος, με χρυσαφί άκρες που σχηματίζουν κυματιστά σχέδια, κάτω από τον οποίο διακρίνεται γαλάζιος χιτώνας και, πιο βαθιά ακόμη, ένα ζεστό κόκκινο ύφασμα που ξεπροβάλλει στο μανίκι. Το δεξί χέρι, ανοιχτό, δείχνει την παλάμη προς τα έξω, σύμβολο παρθενίας και ασκητικής καθαρότητας κατά την εικονογραφική παράδοση, ενώ το αριστερό συγκρατεί, ψηλότερα, την άκρη ενός ειλητού βαθυκόκκινου χρώματος που ξεδιπλώνεται ανάμεσα στα δάχτυλα. Καμία λεπτομέρεια δεν φαίνεται τυχαία, ούτε καν η σκουριασμένη απόχρωση στο κάτω μέρος του χεριού, ίχνος φθοράς που ο χρόνος άφησε χωρίς να ζητήσει άδεια. Έτσι απομένει, μέσα στο σκοτεινό βάθος της Νέας Σκήτης, μια μορφή που η τέχνη του 18ου αιώνα κατάφερε να κρατήσει σχεδόν παρούσα.