
Με το δεξί χέρι υψωμένο πάνω από το κεφάλι, σε μια κίνηση που στρίβει τον ώμο και αφήνει το σκισμένο πουκάμισο να ανοίξει ως τη μέση του κορμού, ο γέροντας ενός πίνακα του 17ου αιώνα στο Philadelphia Museum of Art κρατά από την κεφαλή του έναν διαβήτη και κατεβάζει τα σκέλη του προς την επιφάνεια μιας ουράνιας σφαίρας. Το μουσείο αποδίδει την ελαιογραφία, που χρονολογεί γύρω στο 1660, στον Giovanni Battista Langetti και ταυτίζει τη μορφή με τον Αναξαγόρα τον Κλαζομένιο (περ. 500–428 π.Χ.), τον προσωκρατικό φιλόσοφο που πρώτος από τους ομοτέχνους του έζησε στην Αθήνα και πρώτος, απ’ όσα γνωρίζουμε, εξήγησε τις εκλείψεις με την παρεμβολή ενός ουράνιου σώματος μπροστά σε άλλο. Μια γενιά νωρίτερα, το 1636, ο Jusepe de Ribera τον είχε ζωγραφίσει αλλιώς, σκυμμένο πάνω σε ένα ογκώδες βιβλίο, με ρούχα μπαλωμένα. Πορτρέτα της φαντασίας και τα δύο, διαβάζουν το καθένα από άλλη πλευρά μια παράδοση που ξεκινά από τα λιγοστά αποσπάσματα του ίδιου του φιλοσόφου και φτάνει, μέσα από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ως τους βιογράφους της ύστερης αρχαιότητας.
Από τις Κλαζομενές στην Αθήνα του Περικλή
Γόνος εύπορης και αριστοκρατικής οικογένειας των Κλαζομενών, πόλης στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, ο Αναξαγόρας παραχώρησε κατά την παράδοση την πατρική του περιουσία στους συγγενείς του για να στραφεί στη φιλοσοφία. Τα ανέκδοτα που συγκέντρωσε ο Διογένης Λαέρτιος στους Βίους φιλοσόφων έπλασαν από νωρίς την εικόνα του στοχαστή που αδιαφορεί για ό,τι δεν αφορά τον ουρανό: στους συγγενείς που τον μέμφονταν για αμέλεια απάντησε ρωτώντας γιατί δεν φρόντιζαν οι ίδιοι την περιουσία, σε όποιον τον ρώτησε αν δεν τον ένοιαζε η πατρίδα του έδειξε τον ουρανό λέγοντας ότι γι’ αυτήν νοιάζεται πολύ, και όταν του ζήτησαν να πει για ποιο λόγο γεννήθηκε, είπε πως γεννήθηκε για να μελετά τον ήλιο, τη σελήνη και τον ουρανό. Αφηγήσεις της βιογραφικής γραμματείας, που δύσκολα ελέγχονται ιστορικά, έχουν ωστόσο αξία ως τεκμήρια του πώς τον θυμόταν η αρχαιότητα, και θα τις συναντήσουμε ξανά μπροστά στους δύο πίνακες.
Είκοσι ετών, γράφει ο ίδιος βιογράφος, ήταν όταν ο Ξέρξης πέρασε τον Ελλήσποντο, το 480 π.Χ., πληροφορία από την οποία συνάγεται η γέννησή του γύρω στο 500 π.Χ. Πέρα από αυτό το σημείο, σχεδόν κάθε σταθμός της ζωής του μετακινείται ανάλογα με τον μελετητή, όπως δείχνει με λεπτομέρεια το σχετικό λήμμα των Patricia Curd και John Sisko στη Stanford Encyclopedia of Philosophy. Για την άφιξή του στην Αθήνα έχουν προταθεί χρονολογίες από το 480 π.Χ., απίθανη για μια πόλη εμπλεγμένη τότε σε πόλεμο, ως το 456 π.Χ., που υποστήριξε ο Mansfeld και ακολούθησαν άλλοι ερευνητές, ενώ μια διαφορετική ανασύνθεση, του Janko, τοποθετεί τον φιλόσοφο στη Λάμψακο ως προστατευόμενο του Θεμιστοκλή στα χρόνια 466–460 π.Χ., πριν φτάσει στην Αθήνα και ενταχθεί στο περιβάλλον του Περικλή. Στην πόλη, όπου έμεινε από είκοσι ως τριάντα χρόνια, φίλος και προστατευόμενος του Περικλή, οι ιδέες του κυκλοφόρησαν πέρα από τον στενό κύκλο των συνομιλητών του: τις γνώριζαν ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης, ίσως και ο Αισχύλος, και οπωσδήποτε ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης.
Ένα μόνο βιβλίο έγραψε, το οποίο, όπως λέει ο Σωκράτης στην πλατωνική Απολογία, μπορούσε κανείς να αγοράσει με μία δραχμή το πολύ. Η χρονολόγησή του ακολουθεί τις ίδιες διακυμάνσεις, από τη δεκαετία του 470 ως το 440 π.Χ., με την πρόταση του Graham για τα χρόνια ανάμεσα στο 478 και το 466 π.Χ. να θεωρείται στο λήμμα της Stanford ιδιαίτερα πειστική, στηριγμένη σε δύο αστρονομικά γεγονότα που θα βρούμε παρακάτω. Σώζονται είκοσι δύο αποσπάσματα, συνολικά 118 γραμμές κειμένου, παραδομένα από μεταγενέστερους φιλοσόφους και σχολιαστές. Στην καθιερωμένη συλλογή των Προσωκρατικών από τους Diels και Kranz, ο Αναξαγόρας φέρει τον αριθμό 59. Το σύγγραμμα, κατά τον Διογένη, άρχιζε με τη διαπίστωση ότι όλα τα πράγματα ήταν μαζί ώσπου ήρθε ο Νους και τα διευθέτησε, και από την αρχή αυτή ο φιλόσοφος κέρδισε το προσωνύμιο «Νους».
Η κατηγορία ασέβειας και η Λάμψακος
Ο ήλιος, που η παραδοσιακή θρησκεία τιμούσε ως θεό, ήταν για τον Αναξαγόρα μια πυρακτωμένη πέτρα, και η θέση αυτή, μαζί με άλλες που θεωρήθηκαν επικίνδυνες, τον έφερε αντιμέτωπο με κατηγορία ασέβειας. Για τις συνθήκες της δίκης οι αρχαίες αφηγήσεις αποκλίνουν τόσο, ώστε ο Διογένης παραθέτει τις εκδοχές τη μία μετά την άλλη χωρίς να επιλέγει ανάμεσά τους. Κατά τον Σωτίωνα, κατήγορος ήταν ο Κλέων, και ο φιλόσοφος, που είχε αποκαλέσει τον ήλιο πυρακτωμένη μάζα μετάλλου, καταδικάστηκε σε πρόστιμο πέντε ταλάντων και σε εξορία. Κατά τον Σάτυρο, τον κατηγόρησε ο Θουκυδίδης, πολιτικός αντίπαλος του Περικλή, ο οποίος πρόσθεσε στην ασέβεια και την κατηγορία της συνεννόησης με τους Πέρσες, με αποτέλεσμα την ερήμην καταδίκη του σε θάνατο. Ο Έρμιππος μιλούσε για φυλάκιση και απελευθέρωση ύστερα από έκκληση του Περικλή προς τον δήμο, ο Ιερώνυμος για αθώωση που οφειλόταν περισσότερο στη συμπάθεια των δικαστών.
Οι νεότεροι ερευνητές έχουν τοποθετήσει τη δίκη το 450, το 437, το 434 ή το 430 π.Χ. Η τελευταία χρονολογία, που οι συντάκτες του λήμματος θεωρούν πιθανότερη, συνδέει την υπόθεση με μια περίοδο κατά την οποία οι αποτυχημένες εκστρατείες του 431 και του 430 π.Χ. και το ξέσπασμα του λοιμού είχαν κλονίσει τη θέση του Περικλή, εκθέτοντας μαζί του και πρόσωπα του περιβάλλοντός του, ανάμεσά τους τον Φειδία και την Ασπασία. Ο Πλούταρχος συνδέει τη δίωξη με το ψήφισμα του Διοπείθη, που στρεφόταν κατά όσων δεν πίστευαν στους θεούς και δίδασκαν για τα ουράνια. Στο ίδιο πλαίσιο διαβάζεται και μια φράση που ο Σάτυρος αποδίδει στον φιλόσοφο, όταν πληροφορήθηκε στη φυλακή την καταδίκη του και συγχρόνως τον θάνατο των δύο γιων του, ότι ήξερε πως ήταν θνητοί από τη στιγμή που τους γέννησε. Ειπωμένη μέσα στον λοιμό, που στέρησε και τον Περικλή από τους δικούς του γιους, ακούγεται λιγότερο ψυχρή απ’ όσο αν μεταφερθεί σε άλλη χρονιά.
Εγκαταστημένος στη Λάμψακο, στη νότια ακτή του Ελλησπόντου, πέθανε εκεί το 428 π.Χ. Οι Λαμψακηνοί τον έθαψαν με μεγάλες τιμές. Όταν, λέει ο Διογένης, τον ρώτησαν τι θα ήθελε να γίνει για να τιμηθεί η μνήμη του, ζήτησε τα αγόρια της πόλης να έχουν κάθε χρόνο αργία τον μήνα του θανάτου του, συνήθεια που κρατούσε ακόμη την εποχή του βιογράφου.
Όλα μέσα σε όλα: η φυσική του Αναξαγόρα
Ανάμεσα σε δύο παραδόσεις κινήθηκε η σκέψη του. Από τη μία, οι Μιλήσιοι, ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης, είχαν επιχειρήσει να εξηγήσουν τον κόσμο με κανονικότητες του ίδιου του φυσικού συστήματος, χωρίς προσφυγή σε προσωποποιημένους θεούς, και στη γραμμή αυτή ανήκει ο Αναξαγόρας, στα σωζόμενα αποσπάσματα του οποίου η λέξη «θεός» δεν εμφανίζεται. Από την άλλη, ο Παρμενίδης είχε υποστηρίξει ότι το μη ον δεν μπορεί να υπάρξει και ότι, κατά συνέπεια, η γένεση και η φθορά είναι αδύνατες. Αυτή την απαγόρευση ο Κλαζομένιος την αποδέχεται, την ερμηνεύει όμως με δικό του τρόπο: οι Έλληνες, γράφει σε ένα από τα αποσπάσματα (B17), δεν σκέφτονται σωστά για το γίγνεσθαι και το απόλλυσθαι, γιατί τίποτε δεν γεννιέται ούτε χάνεται, αλλά αναμειγνύεται και διαχωρίζεται από όσα ήδη υπάρχουν, και ορθότερο θα ήταν να ονομάζουν τη γένεση σύμμειξη και τη φθορά διάκριση. Την κίνηση όμως, που ο Ελεάτης απέρριπτε, ο Αναξαγόρας τη χρειάζεται, και σε αυτό το σημείο απομακρύνεται από εκείνον.
Η αρχή που συνδέθηκε περισσότερο με το όνομά του διατυπώνεται σε ένα άλλο απόσπασμα (B11): σε κάθε πράγμα υπάρχει μερίδιο από κάθε πράγμα. Μια ράβδος χρυσού περιέχει, κατά τη λογική αυτή, και γη και νερό, σάρκα και τρίχα, και μερίδια από όλα τα βασικά είδη ύλης, τα οποία, για να συνυπάρχουν παντού, πρέπει να διαπερνούν το ένα το άλλο. Η θρέψη προσέφερε παράδειγμα σχεδόν διδακτικό. Όταν ένα παιδί τρώει ψωμί και πίνει γάλα και το σώμα του αποκτά σάρκα, αίμα και οστά, η αλλαγή δεν οφείλεται σε μετατροπή μιας ουσίας σε άλλη, αφού τα συστατικά αυτά υπήρχαν ήδη μέσα στην τροφή και απλώς συσσωρεύονται. Το ερώτημα «πώς θα μπορούσε η τρίχα να γίνει από ό,τι δεν είναι τρίχα;», που διασώζει ένας ανώνυμος σχολιαστής του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, συνοψίζει τη συλλογιστική, αν και η γνησιότητα του σχετικού αποσπάσματος έχει αμφισβητηθεί.
Αν όλα είναι σε όλα, μένει να εξηγηθεί γιατί ο χρυσός φαίνεται χρυσός. Η απάντηση βρίσκεται στο απόσπασμα B12, όπου κάθε πράγμα είναι και ήταν φανερά εκείνο από το οποίο περιέχει τα περισσότερα, χωρίς αυτό να σημαίνει, όπως συχνά θεωρείται, ότι το κυρίαρχο συστατικό πρέπει να ξεπερνά το μισό της μάζας. Αρκεί να υπερέχει έναντι κάθε άλλου συστατικού χωριστά. Τη δυνατότητα πλήρους διαχωρισμού, που θα κατέλυε τη γενική μείξη, την αποκλείει η θέση του για το άπειρο: του μικρού δεν υπάρχει ελάχιστο, αλλά πάντα κάτι μικρότερο, και του μεγάλου πάντα κάτι μεγαλύτερο (B3). Λιγότερο σαφή, τα «σπέρματα» που αναφέρει το απόσπασμα B4b έχουν ερμηνευτεί άλλοτε ως βιολογικοί σπόροι και άλλοτε ως όρος για τις ίδιες τις βασικές ουσίες, από τις οποίες, κατά κάποιον τρόπο, φυτρώνουν όλα τα υπόλοιπα. Ο όρος «ομοιομερή», τέλος, με τον οποίο η μεταγενέστερη παράδοση συνόψισε το σύστημά του, ανήκει πιθανότατα στον Αριστοτέλη και όχι στον ίδιο.
Ο Νους και η δίνη του κόσμου
Ανάμεσα σε όλα τα αναμεμειγμένα, ένα μόνο μένει αμιγές. Ο Νους, σύμφωνα με το εκτενέστερο σωζόμενο απόσπασμα (B12), είναι άπειρος και αυτοκράτωρ και δεν έχει αναμειχθεί με κανένα πράγμα, γιατί, αν είχε αναμειχθεί, τα πράγματα με τα οποία θα ήταν ανακατεμένος θα τον εμπόδιζαν να κυριαρχεί πάνω σε αυτά, ενώ τώρα, όντας μόνος καθ’ εαυτόν, το λεπτότερο και καθαρότερο απ’ όλα, κατέχει πλήρη γνώση για όλα και έχει τη μεγαλύτερη δύναμη. Αυτός έθεσε σε κίνηση την περιστροφή, που άρχισε από μια μικρή περιοχή, τώρα περιστρέφεται περισσότερο και θα περιστραφεί ακόμη περισσότερο, και αυτός διευθέτησε όσα επρόκειτο να υπάρξουν, όσα υπήρξαν και τώρα δεν υπάρχουν, όσα υπάρχουν και όσα θα υπάρξουν, μαζί και την περιφορά με την οποία κινούνται τα άστρα, ο ήλιος, η σελήνη, ο αέρας και ο αιθέρας. Η δίνη, απλωνόμενη, ανακατανέμει την ύλη και κάνει να αναδυθούν τα επιμέρους αντικείμενα του κόσμου, και σε ένα άλλο απόσπασμα (B4a) ο φιλόσοφος μιλά για ανθρώπους που κατοικούν πόλεις και καλλιεργούν τη γη, με ήλιο και σελήνη «όπως σε εμάς», διατυπώνοντας μια θέση για πολλαπλούς ομόμορφους κόσμους, η τοπογραφία των οποίων δεν διευκρινίζεται πουθενά.
Η αρχή αυτή, που υποσχόταν περισσότερα απ’ όσα έδινε, προκάλεσε την πιο γνωστή απογοήτευση της αρχαίας φιλοσοφίας. Στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, ο Σωκράτης διηγείται πώς χάρηκε όταν άκουσε ότι ο Νους διατάσσει τα πάντα, περιμένοντας να μάθει από το βιβλίο του Αναξαγόρα γιατί είναι καλύτερο να έχουν τα πράγματα έτσι όπως έχουν, και πώς, διαβάζοντάς το, είδε ότι ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιούσε τον Νου για να εξηγήσει τη διάταξη του κόσμου αλλά επικαλούνταν ως αιτίες τον αέρα, τον αιθέρα, το νερό και άλλα παράδοξα. Ο Αριστοτέλης επανέλαβε την κριτική, έγραψε όμως και τη φράση που χαρακτήρισε τη θέση του Αναξαγόρα στην ιστορία της σκέψης: όταν ισχυρίστηκε ότι ο νους υπάρχει στη φύση όπως και στα ζώα, ως αιτία του κόσμου και κάθε τάξης του, φάνηκε σαν νηφάλιος άνθρωπος ανάμεσα σε όσους πριν από αυτόν μιλούσαν στην τύχη (Μετά τα Φυσικά I.3, 984b15).
Τι ακριβώς ήταν ο Νους, η νεότερη έρευνα δεν έχει συμφωνήσει. Για ορισμένους ερμηνευτές πρόκειται για μια ιδιαίτερη, λεπτότατη ύλη, για άλλους για απόπειρα να περιγραφεί κάτι άυλο πριν υπάρξει η γλώσσα για κάτι τέτοιο, ενώ μια τρίτη ανάγνωση βλέπει σε αυτόν τον φυσικό νόμο τον ίδιο. Οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές, αντίθετα με την κρίση του πλατωνικού Σωκράτη, τον κατανοούν ως τελεολογική αιτία, ο Sedley με έμφαση σε μια ανθρωποκεντρική κατεύθυνση της κοσμογονίας, ο Laks ως διαρκή γνωστική διάκριση των συστατικών. Ένα απόσπασμα του Φιλοδήμου από τους παπύρους του Ηρκουλανέου (PHerc. 1428), που δεν περιλαμβάνεται στη συλλογή Diels και Kranz και έχει εκδοθεί από τον Vassallo, αποδίδει στον Αναξαγόρα την ιδέα ότι η κίνηση που οφείλεται στον Νου ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε, δηλαδή ότι η κοσμογονία δεν είχε πρώτη στιγμή. Η επίδραση της αρχής είναι ευανάγνωστη στον κοσμικό νου του πλατωνικού Τιμαίου, στο ακίνητο κινούν του Αριστοτέλη και στη θεωρία του για τον ανθρώπινο νου στο Περί ψυχής.
Εκλείψεις, μετεωρίτες και ο ήλιος ως πυρωμένη πέτρα
Η εξήγηση των εκλείψεων με την παρεμβολή, την αντίφραξη ενός σώματος από άλλο, φαίνεται να στηρίχθηκε σε παρατήρηση και σε μαρτυρίες. Στις 17 Φεβρουαρίου του 478 π.Χ. μια δακτυλιοειδής έκλειψη ηλίου, ορατή από την Αθήνα, τις Κλαζομενές και τη Λάμψακο, έριξε τη σκιά της πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, και οι ναυτικοί που διέσχιζαν το Αιγαίο μπορούσαν να μεταφέρουν την πληροφορία. Από τέτοιες αναφορές ίσως προέρχονται δύο κατά τα άλλα παράξενα συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που του αποδίδονται, ότι η σελήνη είναι τόσο μεγάλη όσο η Πελοπόννησος και ότι ο ήλιος είναι μεγαλύτερος από τη σελήνη, και γι’ αυτό η έκλειψη του 478 θεωρείται το κατώτερο χρονικό όριο για τη συγγραφή του βιβλίου του.
Πρώτος υποστήριξε επίσης ότι στον ουρανό υπάρχουν στερεά, βαριά σώματα, τα οποία συγκρατεί η βίαιη περιστροφή της δίνης, και ότι μερικά, υπερνικώντας τη δύναμή της, θα πέσουν κάποτε στη γη. Λίγα χρόνια αργότερα, το 466 π.Χ. κατά τον Πλίνιο, ενώ ένας κομήτης φαινόταν στον νυχτερινό ουρανό, μια πέτρα στο μέγεθος άμαξας έπεσε στους Αιγός Ποταμούς, στην απέναντι από τη Λάμψακο ακτή του Ελλησπόντου, και ο Αναξαγόρας απέκτησε τη φήμη ότι είχε «προβλέψει» την πτώση. Ο Διογένης γράφει ότι είχε προείπει πως θα πέσει πέτρα από τον ήλιο, και ότι ο Ευριπίδης, τον οποίο θεωρεί μαθητή του Αναξαγόρα, ονομάζει στον Φαέθοντα τον ήλιο χρυσό βώλο. Η ίδια χρονιά πρόσφερε, κατά την ανάλυση που υιοθετεί το λήμμα της Stanford, και μια διάψευση: η θεωρία για τους κομήτες, τους οποίους ο φιλόσοφος εξηγούσε ως σύνοδο πλανητών, διαψευδόταν από τον κομήτη του Halley, ορατό σε όλη τη Μεσόγειο από τον Ιούνιο ως τον Αύγουστο του 466 π.Χ., γεγονός που συνηγορεί υπέρ της έκδοσης του βιβλίου πριν από τη χρονιά εκείνη. Με τον ίδιο φυσικό τρόπο ερμήνευε τη βροντή και την αστραπή, τους τυφώνες, το χαλάζι και τις πλημμύρες του Νείλου, τις οποίες απέδιδε στο λιώσιμο του χιονιού στα βουνά της Αιθιοπίας, ενώ τη γη τη φανταζόταν επίπεδη, σε σχήμα τυμπάνου.
Ένα επεισόδιο που διηγείται ο Πλούταρχος δείχνει πώς η θεωρία πέρασε στον κύκλο του Περικλή. Στις 3 Αυγούστου του 431 π.Χ., την ώρα που ο στόλος ετοιμαζόταν να αποπλεύσει, σημειώθηκε έκλειψη ηλίου και ο πανικός απλώθηκε στα πληρώματα. Ο Περικλής κράτησε τον μανδύα του μπροστά στα μάτια του τρομαγμένου κυβερνήτη και τον ρώτησε αν αυτό το θεωρούσε φοβερό οιωνό, και όταν εκείνος απάντησε αρνητικά, τον ρώτησε ποια ήταν η διαφορά με την έκλειψη, εκτός από το ότι την είχε προκαλέσει κάτι μεγαλύτερο από τον μανδύα. Για τις αισθήσεις, ο Αναξαγόρας αναγνώριζε ότι η αδυναμία τους μας εμποδίζει να διακρίνουμε την αλήθεια (B21), δεχόταν όμως ότι τα φαινόμενα προσφέρουν μια θέα των αδήλων (B21a), και ο Αριστοτέλης θα χρησιμοποιήσει αργότερα την εξήγησή του για τις εκλείψεις ως υπόδειγμα επιστημονικής εξήγησης στα Αναλυτικά Ύστερα.
Ο Αναξαγόρας στη ζωγραφική του 17ου αιώνα
Η ανακάλυψη και η έκδοση κλασικών κειμένων τον 16ο και τον 17ο αιώνα αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τους φιλοσόφους της αρχαιότητας, και στη Νάπολη, όπου η ισπανική αριστοκρατία της αντιβασιλείας αποτελούσε τη σημαντικότερη πελατεία του Ribera, η μορφή του σοφού γέροντα, φτωχού και ταπεινού, έγινε ζωγραφικό θέμα με δική του ζήτηση. Ο κατάλογος του LACMA σημειώνει, για έναν φιλόσοφο της ίδιας ομάδας έργων, ότι ο ζωγράφος απέδιδε τους στοχαστές ως πένητες, τονίζοντας την αφοσίωσή τους σε μεταφυσικές και όχι σε υλικές επιδιώξεις, και ότι η ασκητικότητα που η παράδοση απέδιδε σε αρχαίους φιλοσόφους, προφήτες και αγίους είχε απήχηση στο ισπανικό καθολικό κοινό. Ο Διογένης Λαέρτιος, τέλος, ήταν πηγή όχι μόνο ανεκδότων αλλά και φυσιογνωμικών ενδείξεων, και στη βάση τέτοιων περιγραφών επιχειρούνται ακόμη ταυτίσεις ανεπίγραφων μορφών.
Ο διαβήτης και η ουράνια σφαίρα στον πίνακα της Φιλαδέλφειας
Η εγγραφή του μουσείου τιτλοφορεί το έργο The Philosopher Anaxagoras, το χρονολογεί περίπου στο 1660 και το αποδίδει, με την επιφύλαξη του «αποδίδεται», στον Giovanni Battista Langetti (1625–1676). Ελαιογραφία σε καμβά διαστάσεων 99,7 × 134 εκ., με αριθμό ευρετηρίου W1904-1-25, πέρασε στη συλλογή το 1904 με αγορά από το ταμείο W. P. Wilstach. Στο σύντομο σημείωμά του, το μουσείο τοποθετεί τον Αναξαγόρα στον 4ο αιώνα π.Χ., ενώ οι αρχαίες μαρτυρίες και η φιλοσοφική βιβλιογραφία συγκλίνουν στα χρόνια περίπου 500–428 π.Χ., δηλαδή στον 5ο αιώνα. Ως γνωρίσματα της μορφής αναφέρει τη φήμη του για αστρονομικές και μαθηματικές ανακαλύψεις και τον ασκητικό βίο του, που ο ζωγράφος δηλώνει με το ένδυμα από δέρμα ζώου. Η ταύτιση, εξάλλου, δεν είναι η μόνη που έχει διατυπωθεί, αφού σε καταγραφές της ψηφιακής αναπαραγωγής του έργου εμφανίζεται και το όνομα του Αρχιμήδη.
Οριζόντια η σύνθεση, ανοίγεται αριστερά σε έναν θυελλώδη ουρανό με σύννεφα γκριζόλευκα και κομμάτια βαθύ γαλάζιο, πάνω από έναν χαμηλό, σκοτεινό ορίζοντα, ενώ η μορφή, τοποθετημένη διαγώνια, γεμίζει το κέντρο. Το φως πέφτει δυνατό στον γυμνό κορμό και στο λευκό πουκάμισο, που έχει σκιστεί και κρέμεται ανοιχτό, και στον ώμο, κοντά στη σφαίρα, διακρίνεται η γούνα του ενδύματος. Το πρόσωπο, μέσα σε μακριά γκριζωπή γενειάδα με θερμές ανταύγειες, βλέπεται σε βράχυνση με το βλέμμα στραμμένο προς τη σφαίρα. Το δεξί χέρι λυγίζει πάνω από το κεφάλι και κρατά από την κορυφή το όργανο, ενώ το αριστερό περνά μπροστά από το σώμα και ακουμπά σε ένα διπλωμένο φύλλο ή βιβλίο στο κάτω αριστερό μέρος. Η σφαίρα, πάνω σε σκουρόχρωμο τορνευτό στήριγμα, με δακτύλιους γύρω της, φέρει σχεδιασμένες μορφές αστερισμών, ανάμεσά τους μια μακριά ελικοειδή γραμμή σαν σώμα φιδιού, και μικρά κοκκινωπά σημάδια. Στο τραπέζι δεξιά, ένα μικρό δοχείο με λευκό φτερό γραφής και ένα ξετυλιγμένο χαρτί με μια σειρά γραμμάτων που στη διαθέσιμη αναπαραγωγή δεν διαβάζονται.
Απέναντι στον αναγνώστη του Ribera, ο φιλόσοφος του Langetti ζωγραφίζεται στην ύπαιθρο, κάτω από ανοιχτό ουρανό, την ώρα που μετρά. Η επιλογή αυτή μπορεί να διαβαστεί ως εικαστική απόδοση των ανεκδότων του Διογένη, του ανθρώπου που δείχνει τον ουρανό ως πατρίδα του και δηλώνει ότι γεννήθηκε για να μελετά τον ήλιο, τη σελήνη και τα ουράνια, χωρίς όμως να γνωρίζουμε αν ο ζωγράφος ή ο παραγγελιοδότης του είχαν στο μυαλό τους αυτά ακριβώς τα χωρία.
Το βιβλίο και τα μπαλωμένα ρούχα στον πίνακα του Ribera

Το 1636 καταγράφηκε στα βιβλία του Banco dello Spirito Santo της Νάπολης μια πληρωμή εκατό δουκάτων, προκαταβολή σε σύνολο πεντακοσίων, από τους Lorenzo Cambi και Simone Verzone προς τον «Gioseppe de Ribera», για δώδεκα πίνακες ύψους πέντε και πλάτους τεσσάρων παλαμών, σε καθέναν από τους οποίους ο ζωγράφος θα ζωγράφιζε με το χέρι του έναν φιλόσοφο, προς χρήση του «conte Carlo Felesbergh», δηλαδή του πρίγκιπα Karl Eusebius von Liechtenstein, με προθεσμία παράδοσης έξι μηνών. Το έγγραφο, που δημοσίευσε το 1983 ο Eduardo Nappi και σχολίασε το 1986 ο Craig Felton στο Burlington Magazine, παρατίθεται στον κατάλογο της συλλογής Clowes του μουσείου της Ιντιανάπολης, στην εγγραφή για έναν φιλόσοφο του Ribera που ταυτίζεται πιθανότατα με τον Ευκλείδη, υπογεγραμμένο και χρονολογημένο το 1637. Από τους δώδεκα πίνακες παραδόθηκαν τελικά έξι, οι οποίοι παρέμειναν στις συλλογές των πριγκίπων του Λιχτενστάιν ως το 1954, οπότε διασκορπίστηκαν. Ο Ευκλείδης της Ιντιανάπολης μετρά περίπου 124,7 × 98,7 εκ. και ο φιλόσοφος του LACMA 124,3 × 99,1 εκ.
Ο Αναξαγόρας, ελαιογραφία σε καμβά του 1636, διαστάσεων 120 × 95 εκ., βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή. Στραμμένη προς τα αριστερά, σε κατατομή, η μορφή σκύβει το κεφάλι πάνω σε ένα παχύ βιβλίο, που το κρατά και με τα δύο χέρια, το ένα στηρίζοντάς το από κάτω. Τα σγουρά λευκά μαλλιά και η λευκή γενειάδα, το μέτωπο και το μάγουλο δέχονται το φως που έρχεται από αριστερά και ψηλά, το ίδιο φως που λευκαίνει τις σελίδες, πάνω στις οποίες διαγράφονται γραμμικά γεωμετρικά σχήματα, ενώ το βάθος μένει σκοτεινό και σχεδόν ενιαίο. Ο τραχύς καφετής χιτώνας είναι μπαλωμένος στον ώμο και στο μπράτσο με κομμάτια ανοιχτότερου υφάσματος, και από κάτω προβάλλουν ένας γκριζογάλαζος γιακάς και ένα κόκκινο μανίκι. Στην άκρη του τραπεζιού, στο πρώτο επίπεδο, διπλωμένα φύλλα χαρτιού φέρουν κι αυτά αχνά ίχνη γραμμών. Πάνω από αυτά, στη σκοτεινή περιοχή κάτω από το χέρι που στηρίζει το βιβλίο, μια επιγραφή με ανοιχτόχρωμη πινελιά δεν διαβάζεται με ασφάλεια στη διαθέσιμη αναπαραγωγή.
Τα μπαλώματα του ρούχου ανήκουν στη σύμβαση του φτωχού σοφού που ο Ribera καλλιέργησε σε όλες τις σειρές φιλοσόφων του. Στην περίπτωση του Αναξαγόρα, ωστόσο, η σύμβαση αποκτά ιδιαίτερη αντήχηση, αν θυμηθεί κανείς την αφήγηση για τον εύπορο νέο των Κλαζομενών που άφησε την περιουσία του στους συγγενείς. Τα γεωμετρικά σχήματα των σελίδων, από την άλλη, συνδέουν τη μορφή με τη φήμη του μαθηματικού και του αστρονόμου, την ίδια που επικαλείται και το μουσείο της Φιλαδέλφειας για τον πίνακα του Langetti. Η ένταξη του έργου στην παραγγελία του πρίγκιπα τεκμηριώνεται στον κατάλογο της συλλογής Clowes, όπου ο Αναξαγόρας περιλαμβάνεται στους έξι παραδοθέντες πίνακες και αναφέρεται ανάμεσα στις μορφές που αναγνωρίζονται από επιγραφές.
Πηγές και Βιβλιογραφία
- Curd, P., & Sisko, J. (2026). Anaxagoras. Stanford Encyclopedia of Philosophy, Stanford University (πρώτη δημοσίευση 2007, ουσιαστική αναθεώρηση 9 Αυγούστου 2026).
- Diogenes Laertius (1925). Lives of Eminent Philosophers, βιβλίο ΙΙ, κεφ. 3 (Αναξαγόρας). Μτφρ. R. D. Hicks. Loeb Classical Library, Harvard University Press.
- Los Angeles County Museum of Art. Jusepe de Ribera, A Philosopher (1637), αρ. M.91.125.2, εγγραφή συλλογής.
- Philadelphia Museum of Art. The Philosopher Anaxagoras (περ. 1660), εγγραφή συλλογής.