
Στη μονή Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους φυλάσσεται μία από τις πλέον χαρακτηριστικές συνθέσεις του Δωδεκαόρτου που ζωγράφισε ο Κρητικός Θεοφάνης Στρελίτζας Μπαθάς γύρω στο 1546, σε διαστάσεις 0,57 επί 0,39 μέτρα. Ανήκει στην ωριμότερη φάση του καλλιτέχνη, εκείνη όπου οι αρχές της κρητικής σχολής έχουν πια αποκρυσταλλωθεί σε ένα σύστημα σταθερό, δοκιμασμένο, χωρίς διστακτικότητες. Το θέμα της είναι η Υπαπαντή του Κυρίου, η γιορτή που η Εκκλησία τιμά στις 2 Φεβρουαρίου, σαράντα ημέρες μετά τα Χριστούγεννα, με αφορμή την υποχρέωση που είχε κάθε οικογένεια του Ισραήλ να παρουσιάσει τον πρωτότοκο γιο της στον Ναό. Ο ζωγράφος ακολουθεί εδώ έναν εικονογραφικό τύπο με ρίζες που ανάγονται, σύμφωνα με τη σχετική έρευνα, ήδη στα πρώτα μεταεικονομαχικά χρόνια, γνώρισμα του οποίου είναι η θέση του βρέφους στα χέρια του πρεσβύτερου Συμεών και όχι στα χέρια της μητέρας του, λεπτομέρεια που στην πραγματικότητα καθορίζει ολόκληρη τη σύνθεση. Πάνω σε χρυσό βάθος, κάτω από πράσινη τοξωτή κορύφωση, οι μορφές παρατάσσονται με μια ηρεμία που δεν αποκλείει, όπως θα φανεί, κάποια εσωτερική ένταση.
Η εικονογραφία της Υπαπαντής Θεοφάνη Στρελίτζα στη μεταβυζαντινή τέχνη
Δεξιά, σε βαθμιδωτό βάθρο, στέκει ο Συμεών με μακριά μαλλιά που πέφτουν στους ώμους και ιμάτιο πλούσιο σε πτυχώσεις· κρατεί το παιδί με τα δύο χέρια, καλυμμένα από το ίδιο το ρούχο του, σε μια κίνηση παράδοσης προς τη μητέρα που στέκει απέναντί του. Ο Χριστός φορά χρυσοκόκκινο χειριδωτό χιτώνα με πλατιές ταινίες που κατεβαίνουν ως την πτυχωτή ζώνη, γυρίζει το κεφάλι προς την Παναγία και απλώνει το δεξί του χέρι, ενώ το αριστερό, που κρατεί ειλητάριο, μένει ακουμπισμένο στο γόνατο. Τα γυμνά ποδαράκια, ελαφρά λυγισμένα, δίνουν στη μικρή μορφή μια ζωντάνια που αντιστέκεται στη μετωπικότητα της σύνθεσης. Πίσω από τη Θεοτόκο προβάλλει η γηραιά προφήτις Άννα, δείχνοντας το βρέφος, με ανοιχτό ειλητάριο όπου γράφεται η προφητεία που της αποδίδεται· ακολουθεί ο Ιωσήφ, με ζεύγος περιστεριών στα χέρια, στοιχείο που παραπέμπει άμεσα στην επιταγή του μωσαϊκού Νόμου για την εξιλεωτική θυσία. Το ευαγγελικό κείμενο του Λουκά συνοψίζεται εδώ σε εικόνα, όπου κάθε χειρονομία λειτουργεί σχεδόν σαν σχόλιο θεολογικό, όχι απλώς αφηγηματικό. Η υποδοχή του βρέφους από τον Συμεών γίνεται έτσι απόδειξη ορατή της Ενσάρκωσης, καθώς ο πρεσβύτερος, κατά τη γνωστή ρήση του, μπορεί πια να αντικρίσει με ηρεμία τον θάνατο.

Η μορφή της Θεοτόκου: το βλέμμα και η χειρονομία
Το πρόσωπο της Παναγίας, όπως αποδίδεται με λεπτές πινελιές φωτισμού πάνω σε σκούρο προπλασμό, κρατά κάτι από τη βαρύτητα που θα αποκτήσει αργότερα στην τέχνη η μορφή της Μητέρας που γνωρίζει. Το βλέμμα, στραμμένο πλάγια, δεν συναντά ούτε το παιδί ούτε τον θεατή. Το δεξί χέρι, που μόλις προβάλλει μέσα από άνοιγμα του πολύπτυχου μαφορίου, υψώνεται με τα δάχτυλα μισάνοιχτα σε μια χειρονομία λόγου, όχι έκπληξης, σαν να απευθύνεται στον Συμεών ή σχολιάζει σιωπηλά αυτό που συντελείται μπροστά της. Το χρυσό φόντο πίσω από το φωτοστέφανο δεν αφήνει περιθώριο σε τίποτα το τυχαίο, κι όμως η ένταση του προσώπου διαφεύγει από τη γεωμετρία της σύνθεσης. Στην τεχνική αυτή, όπου κάθε γραμμή φαίνεται προμελετημένη, ο Θεοφάνης καταφέρνει να αφήσει κάτι ανοιχτό, μια ερμηνεία που δεν κλείνει.
Η εικόνα αυτή, ενταγμένη στο σύνολο του Δωδεκαόρτου της μονής, δεν λειτουργεί μόνο ως ευλαβικό αντικείμενο· συνιστά τεκμήριο πρώτης τάξεως για τη διαμόρφωση της κρητικής ζωγραφικής γλώσσας στα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα, στιγμή κατά την οποία η παλαιολόγεια κληρονομιά συναντά μια νέα, πιο συγκροτημένη πειθαρχία σχεδίου και χρώματος.
