
Στο θησαυροφυλάκιο της μονής Χιλανδαρίου, στο Άγιον Όρος, φυλάσσεται μια βυζαντινή εικόνα του Αγίου Νικολάου, έργο των αρχών του δέκατου τέταρτου αιώνα, γύρω στο 1320, από αγιογράφο του οποίου το όνομα δεν σώθηκε ως τις μέρες μας. Μικρών διαστάσεων, σαράντα δύο επί τριάντα ένα εκατοστά, φιλοτεχνημένη με αυγοτέμπερα πάνω σε ξύλινο πάνελ, η σύνθεση τοποθετείται στα χρόνια της βασιλείας του Σέρβου κράλη Στεφάνου Ουρός Β΄ Μιλούτιν, ο οποίος είχε προσθέσει στην είσοδο της μονής παρεκκλήσι αφιερωμένο ακριβώς στον ίδιο ιεράρχη.
Ο ζωγράφος ακολούθησε το καθιερωμένο πρότυπο της ορθόδοξης παράδοσης, τον ιεράρχη μετωπικό, ευλογούντα με το δεξί χέρι, κρατώντας το Ευαγγέλιο με το αριστερό, όπως όριζε η εικαστική σύμβαση για τους αγίους επισκόπους ήδη από τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες. Στα πάνω άκρα της σανίδας διακρίνονται, σε κεφαλαία ελληνικά γράμματα, τα ίχνη της επιγραφής που ονοματίζει τον άγιο, συνήθης πρακτική ακόμη και σε σερβικά μοναστικά περιβάλλοντα, όπου η ελληνική παρέμενε γλώσσα της εικαστικής και λειτουργικής παράδοσης. Το 1320 η Κωνσταντινούπολη ζούσε τη δεύτερη άνθισή της, την ίδια περίπου εποχή που στη Μονή της Χώρας ολοκληρώνονταν τα ψηφιδωτά που σήμερα θεωρούνται κορυφαίο δείγμα του παλαιολόγειου κλασικισμού. Λίγες δεκαετίες αργότερα, καθώς η ησυχαστική πνευματικότητα θα αναδιαμόρφωνε σταδιακά την εικαστική γλώσσα των βυζαντινών και σλαβικών εδαφών, το ίδιο μοναστήρι θα συνέχιζε να παράγει έργα που κατέγραφαν αυτή τη μεταβολή. Η εικόνα του Αγίου Νικολάου Χιλανδαρίου ανήκει ακόμη στη φάση εκείνη της ήρεμης, κλασικίζουσας φόρμας, πριν αυτή αρχίσει να διαλύεται σε γραμμές πιο νευρώδεις και σώματα πιο ασκητικά.
Η εικόνα του Αγίου Νικολάου Χιλανδαρίου: τεχνική και εικονογραφία
Η τεχνική της αυγοτέμπερας και η φθορά του χρόνου
Πάνω σε ξύλινη επιφάνεια προετοιμασμένη με στρώσεις γύψου, ο αγιογράφος άπλωσε το φύλλο χρυσού που δηλώνει το άυλο, το θείο φως, εκείνο που δεν φωτίζει από κάποια συγκεκριμένη πηγή αλλά αναδύεται από το ίδιο το βάθος της παράστασης. Πάνω στο χρυσό αυτό κάμπο σχεδιάστηκε με λεπτό περίγραμμα η μορφή, και ακολούθησαν τα χρώματα δεμένα με κρόκο αυγού, τεχνική αργή στην εκτέλεση αλλά ανθεκτική στον χρόνο, όσο τουλάχιστον το επέτρεπαν οι συνθήκες φύλαξης. Σήμερα η επιφάνεια μαρτυρεί έξι αιώνες. Ο χρυσός έχει χαθεί σε μεγάλα τμήματα, ιδίως στην αριστερή πλευρά, όπου το ξύλο προβάλλει γυμνό κάτω από τις στρώσεις που έφυγαν. Μικρές τρύπες σκορπισμένες στην επιφάνεια, ίχνη παλαιού σκουληκιού, διατρυπούν το πάνελ σε ακανόνιστη διάταξη, ενώ ένα δίκτυο λεπτών ρωγμών διασχίζει το χρώμα σαν χάρτης παλαιότητας. Το κόκκινο πλαίσιο που περιβάλλει τη σύνθεση, φθαρμένο κι αυτό, διατηρεί ωστόσο τη λειτουργία του ως ορίου ανάμεσα στον κόσμο του θεατή και στον άχρονο χώρο της εικόνας.
Δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι το ίδιο το Χιλανδάρι, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, είχε καταστεί ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής εικόνων στο Άγιον Όρος, με εργαστήρια που τροφοδοτούσαν τόσο τη μονή όσο και τα εξαρτήματά της. Σε αυτό το περιβάλλον, όπου η σερβική χορηγία συναντούσε τη βυζαντινή τεχνογνωσία, μικρές φορητές εικόνες σαν κι αυτή γίνονταν όχημα άμεσης, προσωπικής επαφής των μοναχών με τον τιμώμενο άγιο, σε αντίθεση με τη μνημειακή τοιχογραφία που απευθυνόταν στο σύνολο της λατρευτικής κοινότητας.

Το μετωπικό σχήμα, τα επισκοπικά άμφια και το φωτοστέφανο
Ο Άγιος Νικόλαος καταλαμβάνει το κέντρο της σύνθεσης, ο κορμός στραμμένος προς τον θεατή, το βλέμμα σταθερό. Στους ώμους του διακρίνονται τα δύο άκρα του ωμοφορίου, φέρνοντας το καθένα έναν σκούρο σταυρό με ανάγλυφα γράμματα, σήμα της αρχιερατικής του ιδιότητας που η εικονογραφική σύμβαση επιβάλλει αναγνωρίσιμο από μακριά. Το δεξί χέρι υψώνεται σε ευλογία, τα δάχτυλα σχηματίζοντας το γνωστό μονόγραμμα του ονόματος του Χριστού. Το αριστερό συγκρατεί το Ευαγγέλιο, το εξώφυλλο βαθυκόκκινο, διακοσμημένο με ρομβοειδή σχέδια σε χρυσές γραμμές, ένα τμήμα μεταλλικού διάκοσμου στο κέντρο του να θυμίζει σφραγίδα ή πολύτιμο λίθο. Το φωτοστέφανο, μεγάλο, κυκλικό, γεμίζει σχεδόν όλο το άνω τμήμα του ξύλου, φθαρμένο εδώ κι εκεί όπως και ο υπόλοιπος χρυσός κάμπος, χωρίς όμως να χάνεται η αίσθηση της λειτουργίας του ως πηγής φωτός γύρω από το κεφάλι.
Η αμφίεση, σκούρα καστανή στο εξωτερικό ένδυμα με ανοιχτότερες αποχρώσεις στο εσωτερικό, δεν επιδιώκει ρεαλιστική απόδοση υφάσματος. Οργανώνει όγκους με γεωμετρική οικονομία, οι πτυχώσεις σχηματίζουν γραμμές που οδηγούν το βλέμμα προς το κέντρο, προς το βιβλίο και το χέρι που ευλογεί. Καμία λεπτομέρεια δεν περισσεύει, καμία δεν λείπει. Στην αντίστροφη προοπτική που ενυπάρχει στον τρόπο απόδοσης του χρυσού βάθους, ο θεατής δεν παρατηρεί απλώς τη μορφή· γίνεται αποδέκτης του βλέμματός της.
Η λεπτομέρεια του προσώπου
Πλησιάζοντας στο πρόσωπο, η αδρή σχηματοποίηση του σώματος δίνει τη θέση της σε μια εξαιρετικά προσεγμένη απόδοση φυσιογνωμίας. Τρεις οριζόντιες ρυτίδες διασχίζουν το μέτωπο, βαθιές, σχεδόν γραμμικές, πάνω από φρύδια πυκνά που σκιάζουν μάτια βαθουλωμένα, σκούρα, με βλέμμα που δεν αναζητά τον θεατή αλλά τον δέχεται. Η μύτη μακριά, ίσια, καθορίζει τον άξονα συμμετρίας του προσώπου. Τα μαλλιά, γκρίζα, αραιωμένα στην κορυφή, σχηματίζουν δύο τούφες πλάι στους κροτάφους, ενώ τα γένια, μπλεγμένα σε σφιχτές μπούκλες, κατεβαίνουν σε δύο άνισα ρεύματα.
Η απόδοση της σάρκας ακολουθεί την τυπική βυζαντινή μέθοδο του προπλασμού σε σκούρα ώχρα, με φωτίσματα πιο ανοιχτά στο μέτωπο, στη μύτη και στα ζυγωματικά, και μια διακριτική κοκκινωπή χροιά στα μάγουλα που ζωντανεύει το πρόσωπο δίχως να το εξωραΐζει. Δεν πρόκειται για πορτρέτο συγκεκριμένου ανθρώπου. Πρόκειται για έναν τύπο, σταθερό εδώ και αιώνες σε όλη τη βυζαντινή αγιογραφία, τον γέροντα ιεράρχη με το βάρος της αυστηρότητας και της στοργής μαζί, αναγνωρίσιμο σε κάθε γωνιά του ορθόδοξου κόσμου χωρίς την ανάγκη επιγραφής.
Η μονή Χιλανδαρίου φυλάσσει δεκάδες τέτοιες μορφές, άλλες πιο γνωστές, άλλες σχεδόν αφανείς στα ράφια του θησαυροφυλακίου της. Η εικόνα αυτή του Αγίου Νικολάου δεν κατέχει την περίοπτη θέση των μεγάλων, πολυσυζητημένων εικόνων της μονής, όπως εκείνη της Τριχερούσας. Παραμένει, ωστόσο, τεκμήριο σπάνιας αξίας για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η σερβική ηγεμονία, στα χρόνια του Μιλούτιν, στήριξε και ανανέωσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα ορθόδοξης τέχνης της Ανατολικής Μεσογείου.
Ό,τι απέμεινε από τον χρυσό, τις ρωγμές, τις μικρές τρύπες στο ξύλο, δεν αποδυναμώνει τη μορφή. Αντίθετα, την τοποθετεί μέσα σε έναν χρόνο συγκεκριμένο, μετρήσιμο σε αιώνες, που η ίδια η επιφάνεια της εικόνας φέρει πάνω της σαν αποτύπωμα. Ένας αγιογράφος χωρίς όνομα, σε ένα εργαστήριο του Αγίου Όρους, έδωσε σε ένα κομμάτι ξύλου σαράντα δύο εκατοστών τη μορφή ενός γέροντα που η ορθόδοξη παράδοση αναγνωρίζει από τη Μύρα της Λυκίας ως τη Σερβία του Μιλούτιν και ως το σημερινό θησαυροφυλάκιο του Χιλανδαρίου, χωρίς να αλλάξει σχεδόν τίποτα στα βασικά χαρακτηριστικά του προσώπου.
