
Σε σκοτεινό, σχεδόν αδιαπέραστο βάθος, ορθώνεται η μορφή ενός γέροντα μοναχού με μακρύ καστανό γένι που φτάνει ώς το στήθος του, τυλιγμένος σε κόκκινο μανδύα πάνω από σκουρόχρωμο ράσο. Πρόκειται για τον Όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη, μορφή που η παράδοση του Αγίου Όρους τοποθετεί στον 14ο αιώνα, ενώ η συγκεκριμένη φορητή εικόνα που εξετάζουμε προέρχεται από το Κυριακό της Ιεράς Σκήτης Καυσοκαλυβίων και χρονολογείται στον 18ο αιώνα. Το προσωνύμιο του, όπως δείχνει άλλωστε και το τοπωνύμιο της σκήτης που τον τιμά, συνδέεται με τη γνωστή συνήθεια του να πυρπολεί τα πρόχειρα καλύβια όπου καταλύγανε, προτιμώντας να ξαναρχίζει από το μηδέν παρά να προσκολληθεί σε οτιδήποτε μόνιμο. Γεννημένος στη Λάμψακο, εγκατέλειψε νέος τον κόσμο και αναζήτησε, μέσα από διαδοχικούς σταθμούς στη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, τον πλέον αυστηρό δρόμο της ερημιτικής ζωής, ώσπου κατέληξε στους απόκρημνους βράχους της χερσονήσου του Άθω. Η βυζαντινή αγιογραφία, όταν καταπιάνεται με τέτοιες μορφές, δεν επιδιώκει το πορτρέτο με τη σύγχρονη έννοια όσο την απόσταξη μιας ολόκληρης πνευματικής βιογραφίας σε λίγες, κωδικοποιημένες γραμμές.
Εικονογραφικά στοιχεία και τεχνοτροπία
Το πρόσωπο του αγίου, αυστηρό και γωνιώδες, φέρει τα βαθιά χαραγμένα ζυγωματικά που ο ζωγράφος επαναλαμβάνει σε πολλές μεταβυζαντινές μορφές ασκητών, με το βλέμμα στραμμένο ελαφρώς αριστερά, σχεδόν διαπεραστικό. Καλύπτει το κεφάλι του σκούρο κουκούλιο, ένδειξη του μοναχικού σχήματος, ενώ το ολόχρυσο φωτοστέφανο, με την περιμετρική σειρά ανάγλυφων στιγμάτων, δίνει στη σύνθεση μια λάμψη που αντιπαρατίθεται έντονα στο μαύρο βάθος. Το δεξί του χέρι υψώνεται με την παλάμη προς τα έξω, χειρονομία που στη γλώσσα της εικόνας παραπέμπει στην παρθενία και τον ασκητικό βίο, ενώ γύρω από τον καρπό διακρίνεται κομποσχοίνι από σκούρες χάντρες. Στο αριστερό χέρι κρατά αντικείμενο που θυμίζει το κάλυμμα του μεγάλου σχήματος, σκούρο, με το επίγραμμα ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ γύρω από σταυρό, λεπτομέρεια που ενισχύει την ανάγνωση της μορφής ως μοναχού της αυστηρότερης βαθμίδας. Στο κάτω μέρος της σύνθεσης, μια λωρίδα γαλάζιου και ώχρας χρώματος υπαινίσσεται τοπίο, θάλασσα ίσως ή ξηρασμένη γη, δίχως όμως να διεκδικεί καμία αφηγηματική αυτονομία. Οι δύο επιγραφές που πλαισιώνουν το κεφάλι, με τυπικά κεφαλαία γράμματα εποχής, ταυτίζουν τη μορφή χωρίς περιθώριο αμφιβολίας. Η παλέτα, περιορισμένη σχεδόν ασκητικά στο κόκκινο, το μαύρο και το χρυσό, δεν είναι άσχετη με το ίδιο το νόημα του βίου που εικονίζεται, καθώς η οικονομία των χρωμάτων μιμείται, κατά κάποιον τρόπο, την οικονομία μέσων που επέλεξε ο ίδιος ο ασκητής.
