Απόστολος Ανδρέας: Βυζαντινή Εικόνα Βατοπαιδίου

Βυζαντινή Εικόνα Αποστόλου Ανδρέα, Ολόσωμη Μορφή Με Ειλητό, Μονή Βατοπαιδίου
Η Βυζαντινή Εικόνα Του Αποστόλου Ανδρέα Του Πρωτοκλήτου, Φυλασσόμενη Στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, Αποδίδει Τη Γηραιά Μορφή Του Με Χρυσό Βάθος Και Ελαιόχρωμο Ιμάτιο.

Μια μορφή ψηλή, ασκητική, με το βλέμμα προσηλωμένο πέρα από τον θεατή, στέκεται στο κέντρο αυτής της βυζαντινής εικόνας που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, στο Άγιον Όρος. Πρόκειται για τον Απόστολο Ανδρέα, τον αδελφό του Πέτρου και πρώτο μαθητή που ακολούθησε τον Χριστό, γι’ αυτό και έμεινε γνωστός στην ορθόδοξη παράδοση ως Πρωτόκλητος. Η τεχνική είναι η γνώριμη αυγοτέμπερα σε ξύλινο υπόστρωμα, με χρυσό βάθος που σήμερα φέρει τα σημάδια του χρόνου, ρωγμές και αποφλοιώσεις που διατρέχουν την επιφάνεια χωρίς όμως να αλλοιώνουν την ευκρίνεια της σύνθεσης. Το φωτοστέφανο περιβάλλει το κεφάλι με διπλή εγχάρακτη γραμμή, συνήθης πρακτική για να τονιστεί η αγιότητα χωρίς περιττή διακόσμηση. Γύρω από τη μορφή, στις πάνω γωνίες, διακρίνονται ίχνη επιγραφής, φθαρμένης αρκετά ώστε να μην επιτρέπει σίγουρη ανάγνωση. Στο σύνολό της η εικόνα ανήκει σε εκείνη την κατηγορία έργων που η αθωνική παράδοση διατήρησε επί αιώνες, αντίγραφα και πρωτότυπα μαζί, μέσα σε εργαστήρια όπου η τέχνη λειτουργούσε ταυτόχρονα ως θεολογία και ως τεχνική. Ο απόστολος αποδίδεται σύμφωνα με τον καθιερωμένο εικονογραφικό του τύπο, γηραιός, με πυκνά γκρίζα μαλλιά και μακριά γενειάδα, στοιχεία που τον διαφοροποιούν από τους νεότερους αποστόλους στη βυζαντινή παραγωγή. Ό,τι ακολουθεί εξετάζει τα επιμέρους στοιχεία αυτής της σύνθεσης, από το ένδυμα ως τη χειρονομία.

Η βυζαντινή τέχνη της εικόνας του Αποστόλου Ανδρέα

Το πρόσωπο, βαθιά χαραγμένο από ρυτίδες στο μέτωπο και γύρω από τα μάτια, προδίδει τη γήρανση ενός ανθρώπου που η παράδοση θέλει να έχει διανύσει μακρινά ταξίδια κηρύγματος. Τα μαλλιά, αραιά στην κορυφή, πέφτουν σε κοντές μπούκλες στο πλάι, ενώ η γενειάδα, πυκνή και ανάμεικτη με λευκές τρίχες, φτάνει ως το στήθος. Πάνω στο σώμα, ο ζωγράφος έχει απλώσει δύο στρώματα υφάσματος: από κάτω τον σκουρόχρωμο χιτώνα, σχεδόν μαύρο στις σκιές του, κι από πάνω το ελαιόχρωμο ιμάτιο, με τις πτυχώσεις να αποδίδονται με λεπτές, φωτεινές γραμμές που θυμίζουν χρυσοκονδυλιά χωρίς να είναι. Στο δεξιό χέρι, υψωμένο στο ύψος του στήθους, η παλάμη είναι ανοιχτή προς τον θεατή· χειρονομία που στη βυζαντινή εικονογραφία δεν αποδίδει απλώς λόγο ή ευλογία, αλλά παραπέμπει συχνά σε παρθενία και ασκητικό βίο, ιδιότητες που η παράδοση αποδίδει στον Ανδρέα ήδη από τα πρώτα του βήματα κοντά στον Πρόδρομο. Στο αριστερό χέρι κρατά έναν ειλητό, ένδειξη του διδακτικού του έργου, ενώ μια λεπτή ερυθρωπή ράβδος διασχίζει διαγώνια το σώμα, στοιχείο που στην αθωνική ζωγραφική συνοδεύει συχνά αποστολικές μορφές ως σύμβολο περιοδείας. Τα πόδια, γυμνά, πατούν σε στενή λωρίδα εδάφους κάτω από το χρυσό βάθος· καμία προοπτική δεν τα στηρίζει, όπως συμβαίνει σε όλη τη μεσαιωνική ζωγραφική πριν την είσοδο της αναγεννησιακής προοπτικής. Η όλη στάση, μετωπική, άκαμπτη, αποφεύγει κάθε νατουραλιστική κίνηση, κάτι που δεν αποτελεί αδυναμία του ζωγράφου αλλά συνειδητή επιλογή μιας τέχνης προσανατολισμένης στο πνευματικό και όχι στο σωματικό. Το ελαιόχρωμο του ιμάτιου, με τις χρυσές διαβαθμίσεις στις πτυχές, αντανακλά τεχνικές που κυριάρχησαν στα αθωνικά εργαστήρια, όπου ο χρωματισμός των υφασμάτων ακολουθούσε αυστηρούς κανόνες συμβολισμού. Παρά τις φθορές στο κάτω τμήμα του ξύλου και τις ρωγμές που διασχίζουν κάθετα την επιφάνεια, η εικόνα διατηρεί ακέραιη τη δύναμη της αρχικής σύλληψης, μια μορφή που δεν διδάσκει με λόγια αλλά με την ίδια της την παρουσία.