Μαρτύριο Αποστόλου Ιακώβου – Μηνολόγιο Βασιλείου

Μαρτύριο Αποστόλου Ιακώβου, Βυζαντινή Μικρογραφία Στο Μηνολόγιο Βασιλείου Β΄
Το Μαρτύριο Του Αποστόλου Ιακώβου Σε Μικρογραφία Του Μηνολογίου Βασιλείου Β΄, Έργο Βυζαντινής Τέχνης Της Κωνσταντινούπολης Με Χρυσό Κάμπο Και Έντονο Συμβολισμό.

Σε μια μικρογραφία του Μηνολογίου του Βασιλείου Β΄, χειρογράφου που συντάχθηκε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στα τέλη του 10ου ή τις αρχές του 11ου αιώνα και φυλάσσεται σήμερα στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού, εικονίζεται η τελευταία στιγμή του βίου του Αποστόλου Ιακώβου, γιου του Ζεβεδαίου και αδελφού του Ιωάννου του Θεολόγου. Ανώνυμος ζωγράφος, μέλος κάποιου από τα εργαστήρια που δούλευαν για τον αυτοκρατορικό κύκλο της πρωτεύουσας, ζωγράφισε με λιτά μέσα τη σκηνή που περιγράφουν συνοπτικά οι Πράξεις των Αποστόλων, όταν ο Ηρώδης Αγρίππας πρόσταξε τον θάνατο του πρώτου των δώδεκα μαθητών που δοκίμασε το μαρτύριο.

Δεν πρόκειται για φορητή εικόνα, ούτε για τοιχογραφία ναού. Το Μηνολόγιο ήταν λειτουργικό βιβλίο, εικονογραφημένο ημερολόγιο με τους βίους των αγίων κατά τις ημέρες μνήμης τους, φτιαγμένο για τον ίδιο τον αυτοκράτορα, και η κάθε σελίδα του συνδύαζε σύντομο κείμενο με μια αντίστοιχη παράσταση. Στη συγκεκριμένη σκηνή ο ζωγράφος οργάνωσε τον χώρο ανάμεσα σε δύο απότομους ορεινούς όγκους, γαλάζιο τον έναν, κεραμιδί τον άλλο, αφήνοντας στο κέντρο μια στενή κοιλάδα όπου εκτυλίσσεται το δράμα. Πάνω δεξιά, μια μικρή κτιστή κατασκευή με κιονοστοιχία και ένα λιοντάρι στην κορυφή της παραπέμπει διακριτικά στη ρωμαϊκή εξουσία που διέταξε την εκτέλεση. Ο χρυσός κάμπος, χωρίς ίχνος τοπίου πέρα από τα βουνά, τοποθετεί τη σκηνή έξω από τον χρόνο, στην αιωνιότητα όπου η βυζαντινή αντίληψη ήθελε να εντάσσει κάθε ιερή μορφή.

Η βυζαντινή τέχνη της μικρογραφίας στο μαρτύριο του Αποστόλου Ιακώβου

Γονατιστός, με το σώμα στραμμένο προς τα αριστερά της παράστασης, ο Ιάκωβος φορά χιτώνα σε βαθύ κίτρινο, σχεδόν ώχρα, κάτω από τον οποίο διακρίνεται γαλαζοπράσινο ένδυμα στα μανίκια και στο κάτω μέρος. Τα χέρια του είναι ενωμένα μπροστά στο στήθος, σε στάση προσευχής παρά αντίστασης, και το κεφάλι του γέρνει ελαφρά προς τα εμπρός, παραδομένο στη στιγμή. Πίσω του στέκεται ο δήμιος, ντυμένος με σκούρο μπλε χιτώνα στρατιωτικού τύπου και κόκκινη χλαμύδα που ανεμίζει πίσω του σαν να θέλει να δηλώσει την ορμή της κίνησης. Με το ένα χέρι κρατά σφιχτά τα μαλλιά ή το κεφάλυμμα του Αποστόλου, με το άλλο φέρνει το ξίφος στον λαιμό του, σε μια χειρονομία που ο ζωγράφος απέδωσε χωρίς περιττή σκληρότητα, σχεδόν τελετουργικά.

Το πράσινο έδαφος, σκιαγραφημένο με λίγες πινελιές βλάστησης στα πόδια των δύο μορφών, λειτουργεί ως μοναδικό σταθερό στοιχείο ανάμεσα στους έντονους, σχεδόν αφηρημένους όγκους των βουνών. Αυτά τα βουνά, με τις κοφτερές, σχεδόν κρυσταλλικές τους κορυφές, δεν αποδίδουν κάποιο πραγματικό τοπίο της Ιουδαίας· υπακούουν σε έναν εικονογραφικό τύπο που η βυζαντινή τέχνη είχε καθιερώσει από νωρίς για να πλαισιώνει σκηνές μαρτυρίου, δίνοντας στον θεατή την αίσθηση απομόνωσης και δραματικής έντασης χωρίς αφηγηματικές λεπτομέρειες. Η κτιστή κατασκευή με το λιοντάρι, μικρή κι όμως ευδιάκριτη, θα μπορούσε να παραπέμπει σε δημόσιο κτίριο ή σε σύμβολο της αυτοκρατορικής Ρώμης, αν και η ταυτότητά της παραμένει, όπως σε πολλά τέτοια στοιχεία των μηνολογιακών μικρογραφιών, ανοιχτή σε ερμηνεία.

Το επεισόδιο που εικονίζεται εδώ ανήκει στα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας. Ο Ιάκωβος, μαζί με τον Πέτρο και τον Ιωάννη, είχε βρεθεί κοντά στον Χριστό σε στιγμές που άλλοι μαθητές δεν είχαν πρόσβαση, από τη Μεταμόρφωση ως τη Γεθσημανή. Η παράδοση της Εκκλησίας τον θέλει πρώτο ανάμεσα στους δώδεκα να δοκιμάζει τον θάνατο για την πίστη, γύρω στο 44 μ.Χ., με εντολή του Ηρώδη Αγρίππα Α΄, όπως συνοπτικά καταγράφουν οι Πράξεις. Ο ανώνυμος ζωγράφος του Μηνολογίου δεν επιχείρησε να δραματοποιήσει τη σκηνή πέρα από το αναγκαίο· η λιτότητα της σύνθεσης, η οικονομία των μορφών, το γεωμετρημένο τοπίο, όλα υπηρετούν έναν σκοπό διδακτικό, κατάλληλο για ένα βιβλίο που διαβαζόταν φωναχτά στη διάρκεια της ακολουθίας, ημέρα με την ημέρα, μνήμη με τη μνήμη.

Η τεχνική της μικρογραφίας, με χρυσό βάθος και χρώματα αραιωμένα σε λεπτά στρώματα πάνω στην περγαμηνή, ακολουθεί τα πρότυπα που είχε διαμορφώσει το σχολείο ζωγραφικής της πρωτεύουσας κατά τη λεγόμενη μακεδονική αναγέννηση. Οι μορφές διατηρούν αναλογίες κοντά στην κλασική παράδοση, με πτυχολογία που θυμίζει ακόμη ελληνιστικά πρότυπα, ενώ η αφαίρεση στο τοπίο προδίδει ήδη τη στροφή προς μια πιο συμβολική, λιγότερο περιγραφική αντίληψη του χώρου. Στο περιθώριο ανάμεσα στην αφήγηση και στο σύμβολο κινείται όλη η μηνολογιακή ζωγραφική, κι εδώ, σε μια σκηνή τόσο συμπυκνωμένη, φαίνεται καθαρά πώς ο καλλιτέχνης προτίμησε το δεύτερο.