
Ένα πυκνό, σχεδόν ασφυκτικά γεμάτο πλήθος φωτοστεφάνων καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος αυτής της φορητής εικόνας, γραμμένης το 1810 στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Δεν πρόκειται για την απεικόνιση ενός μεμονωμένου προσώπου ούτε για μια συνηθισμένη δεησιακή σύνθεση, αλλά για κάτι πιο φιλόδοξο: μια συλλογική εικόνα των Αγίων Πάντων Αγίου Όρους, όλων δηλαδή των μοναχών, ασκητών και ιεραρχών που έζησαν και αγίασαν στη χερσόνησο του Άθω, γνωστών με το όνομά τους αλλά και άγνωστων, όσων η μνήμη διασώθηκε μόνο ως συλλογικό σώμα. Ο ζωγράφος παραμένει ανώνυμος, όπως συμβαίνει με το μεγαλύτερο μέρος της αγιορειτικής εργαστηριακής παραγωγής της περιόδου, όμως η χρονολόγηση στο 1810 είναι σαφής και συνδέει το έργο με μια συγκεκριμένη στιγμή της αθωνικής πνευματικότητας, λίγα μόλις χρόνια μετά τη σύνθεση του εγκωμιαστικού λόγου του Νικοδήμου Αγιορείτη για τους Πατέρες του Άθω. Στο πάνω τμήμα δεσπόζει η ένθρονη Θεοτόκος με τον Χριστό, ενώ από κάτω απλώνεται, σε διαδοχικές σειρές, το αμέτρητο πλήθος των οσίων μορφών. Η δουλειά αυτή εντάσσεται στη διεργασία μέσω της οποίας το Άγιον Όρος οργάνωσε την ίδια του τη μνήμη σε εικαστική μορφή, κάτι που η Μονή Βατοπεδίου εξακολουθεί να τεκμηριώνει και σήμερα μέσα από το αρχείο και τη βιβλιοθήκη της. Η ανάλυση που ακολουθεί εξετάζει τη σύνθεση αυτή ως ιστορικό τεκμήριο μιας ζωγραφικής παράδοσης, με έμφαση στη δομή, στα χρώματα και στις επιγραφές της.
Η σύνθεση της Πλατυτέρας και οι Αγιορείτες Πατέρες στη μεταβυζαντινή τέχνη
Πάνω σε βαθύ γαλάζιο ουρανό, χωρίς κανένα άλλο στοιχείο τοπίου να διασπά την επιφάνεια, η Παναγία κάθεται ένθρονη κρατώντας τον Χριστό στην αγκαλιά της, τυλιγμένη και οι δύο σε βαθυκίτρινο, σχεδόν χρυσαφένιο ιμάτιο. Γύρω τους ξεχύνονται ακτίνες φωτός σε ευθύγραμμη, ακτινωτή διάταξη, γεμίζοντας το επάνω μισό του πίνακα με μια λάμψη που θυμίζει ηλιακό δίσκο περισσότερο παρά συμβατικό φωτοστέφανο. Η μορφή τους στηρίζεται σε πυκνά, γκριζωπά και καφετιά σύννεφα, αποδοσμένα με έντονο πλαστικό όγκο, τα οποία λειτουργούν ως ουδέτερη ζώνη ανάμεσα στον ουράνιο θρόνο και στο γήινο πλήθος. Πάνω από τα κεφάλια τους διαβάζονται τα συνήθη μονογράμματα ΜΡ ΘΥ και ΙC XC, ενώ στο άνω τμήμα του βάθους εκτείνεται μια δίστηλη επιγραφή που δηλώνει το θέμα, «οι Άγιοι Πάντες οι εν τω Αγίω Όρει ασκήσαντες».
Ακριβώς από κάτω, σαν ένα δεύτερο, γήινο ουράνιο τόξο, ξεδιπλώνεται η πρώτη σειρά των ιεραρχών. Πέντε μορφές με πλούσια διακοσμημένες μίτρες, χρυσοκέντητα σάκκους και ωμοφόρια σε βαθύ κόκκινο και ώχρα, στέκονται μετωπικές, κρατώντας ο καθένας τα σύμβολα του αξιώματός του, ποιμαντορική ράβδο ο ένας, κλειστό ευαγγέλιο με διάλιθη στάχωση ο άλλος. Οι φυσιογνωμίες τους, με μακριά λευκά γένια και αυστηρό βλέμμα, ακολουθούν τον καθιερωμένο τύπο του ιεράρχη δασκάλου, όπως επιβίωσε στη μεταβυζαντινή ζωγραφική των μονών του Άθω μέσα από μια μακρά αλυσίδα αντιγραφών. Δεξιά της ομάδας, μια νεότερη μορφή με απλή στολή κρατά ανοιχτό ειλητάριο με επιγραφή, της οποίας μόνο λίγες λέξεις διακρίνονται καθαρά.
Πίσω και ανάμεσα σε αυτούς, εκεί όπου η πρώτη σειρά υποχωρεί, ξεπροβάλλει πυκνότερο ακόμη πλήθος ασκητών με απλά, φθαρμένα ενδύματα, πολλοί από αυτούς κρατώντας μικρούς σταυρούς μπροστά στο στήθος. Στο κέντρο ξεχωρίζει μια γυμνόστηθη μορφή, με το δεξί χέρι σφιγμένο στο στήθος και το βλέμμα καρφωμένο στο θεατή, εικόνα ακραίας άσκησης που παραπέμπει στην παράδοση των αναχωρητών του Άθω που ζούσαν χωρίς προστασία από τα στοιχεία. Πάνω από αρκετά κεφάλια σώζονται ίχνη ονομάτων, γραμμένα με μικρά κεφαλαία γράμματα, στοιχείο που δείχνει πως ο ζωγράφος επιδίωξε μια κάποια εξατομίκευση μέσα στο συλλογικό πλήθος, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τη λογική της άθροισης. Το χρυσό βάθος των φωτοστεφάνων, το ένα δίπλα στο άλλο σε πυκνή διαδοχή, δημιουργεί οπτικά ένα δεύτερο επίπεδο φωτός, χαμηλότερο από την ακτινοβολία της Θεοτόκου αλλά εξίσου έντονο, σαν όλο το πλήθος να αποτελεί ένα ενιαίο σώμα φωτισμένο από το ίδιο θείο κέντρο.
Η ζωφόρος αυτή των οσίων, οργανωμένη σε τρεις έως τέσσερις διαδοχικές σειρές χωρίς κενά, δεν ακολουθεί ιεραρχική διάταξη κατά τόπο ή εποχή. Αντίθετα, συμπτύσσει σε ένα επίπεδο αιώνες αθωνικής ιστορίας, από τους πρώτους ερημίτες ώς τους ιεράρχες της ύστερης περιόδου, σε μια σύνθεση που λειτουργεί περισσότερο ως οπτικό κατάλογο παρά ως αφήγηση. Το κάτω δεξιό τμήμα του πλαισίου φέρει την ένδειξη της χρονολόγησης, ενώ το χρυσό φόντο του πλαισίου, με ίχνη φθοράς στις άκρες, προδίδει τη μακρά χρήση της εικόνας μέσα στο χρόνο. Ό,τι μένει τελικά από αυτή τη σύνθεση δεν είναι μια απλή καταγραφή προσώπων· είναι η προσπάθεια μιας ολόκληρης μοναστικής κοινότητας να δει τον εαυτό της ως ένα ενιαίο, αδιαίρετο σώμα αγιότητας, κάτω από το ίδιο φως.

