
Στο καθολικό της Μονής των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, στη Χρύσαφα της Λακεδαιμονίας, ο επισκέπτης που στρέφει το βλέμμα προς την κορυφή του τρούλου συναντά μετωπικά την προτομή του Χριστού Παντοκράτορα, μία σύνθεση που στη σημερινή της μορφή οφείλει πολλά στο πινέλο του Κρητικού ιεροδιακόνου Γεωργίου Καλλιτεράκη, ο οποίος επιζωγράφισε το μνημείο το 1879. Η πρώτη ιστόρηση, ωστόσο, ανάγεται στο 1620, όταν ο Ναυπλιώτης ζωγράφος Γεώργιος Μόσχος ιστόρησε το μεγαλύτερο μέρος του ναού, όπως μαρτυρεί η κτητορική επιγραφή του νάρθηκα, γραμμένη με το δικό του χέρι. Ανάμεσα στις δύο αυτές χρονικές στρώσεις, του πρώιμου 17ου αιώνα και του τελευταίου τετάρτου του 19ου, διαμορφώθηκε η εικόνα του Παντοκράτορα που σώζεται σήμερα στο κεντρικό μετάλλιο, με το πρόσωπο, τα μαλλιά και μεγάλο μέρος του ενδύματος να φέρουν τη νεότερη επεξεργασία, ενώ η γενική διάταξη, η θέση του σώματος και το κλειστό Ευαγγέλιο παραμένουν πιστά στο αρχικό σχέδιο. Ο τύπος του τρούλου, με τον Παντοκράτορα στο κέντρο, τους αρχαγγέλους στην αμέσως κατώτερη ζώνη και τον Πρόδρομο σε ξεχωριστό διάχωρο, ανήκει σε μία μακρά παράδοση που διατρέχει τη μεσοβυζαντινή, την υστεροβυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο, χωρίς να χάνει στην πορεία των αιώνων τη βασική της λογική. Το εικονογραφικό αυτό σχήμα, αναγνωρίσιμο σε δεκάδες μοναστικά καθολικά της ελληνικής υπαίθρου, εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή διατηρεί ορατά τα ίχνη δύο διαφορετικών χεριών, δύο εποχών και δύο αισθητικών.
Ο Παντοκράτορας του τρούλου: εικονογραφία και επιγραφή
Το πρόσωπο του Χριστού καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της σύνθεσης, με τα μαλλιά χωρισμένα στη μέση να πέφτουν συμμετρικά ως τους ώμους και τη γενειάδα να κλείνει σε ήπια, στρογγυλεμένη γραμμή. Το βλέμμα είναι απόλυτα μετωπικό, με τα μεγάλα, βαθουλωμένα μάτια να αναζητούν ευθεία επαφή με όποιον στέκεται από κάτω, ενώ τα φρύδια, ελαφρώς ανασηκωμένα, προσδίδουν στη φυσιογνωμία μία έκφραση σοβαρή, χωρίς ίχνος αυστηρότητας. Γύρω από το κεφάλι διακρίνεται το φωτοστέφανο, σε τμήμα του οποίου διατηρείται ο κάθετος βραχίονας του εγγεγραμμένου σταυρού. Στο επάνω αριστερό τμήμα της παράστασης σώζεται σε κύκλιο το συνηθισμένο μονόγραμμα ΙC, ενώ δεξιά φαίνονται τα γράμματα ΚΡΑ, κατάλοιπο της λέξης Παντοκράτωρ που συμπλήρωνε κάποτε ολόκληρη την επιγραφή γύρω από τη μορφή. Χαμηλότερα, στα αριστερά, ένα ακόμη τμήμα κειμένου, ημιτελές πια εξαιτίας των φθορών του επιχρίσματος, αφήνει να διαβαστούν μόνο λίγα γράμματα.
Το ένδυμα συνδυάζει τον σκούρο, σχεδόν μελανό μανδύα που καλύπτει τον αριστερό ώμο και πέφτει σε πυκνές, παράλληλες πτυχώσεις, με τον ανοιχτόχρωμο χιτώνα που φέρει στον λαιμό πλατιά χρυσωπή παρυφή, διακοσμημένη με κάθετες γραμμές. Στο κάτω μέρος της σύνθεσης διακρίνεται το κλειστό Ευαγγέλιο, δεμένο σε μεταλλικό κάλυμμα με ένθετο κόσμημα, πάνω στο οποίο ακουμπά ένα χέρι με τα δάχτυλα ήρεμα απλωμένα. Το άλλο χέρι, το οποίο σε αυτόν τον εικονογραφικό τύπο θα αναμενόταν υψωμένο σε ευλογία, χάνεται κάτω από τις βαριές πτυχές του μανδύα, που στο σημείο αυτό απλώνεται σε πλατιά, σκοτεινή επιφάνεια. Η φαινομενική απουσία του μέλους εξηγείται από συνηθισμένη σύμβαση της τοιχογραφικής τεχνικής, όπου ο ζωγράφος προτίμησε να αφήσει το άκρο κρυμμένο μέσα στο βάρος του υφάσματος αντί να το φανερώσει με λεπτομέρεια.
Η ταινία που περιέβαλλε άλλοτε ολόκληρο το μετάλλιο έφερε στίχους από τον Ψαλμό του Δαβίδ, εκείνον όπου ο Κύριος σκύβει από τον ουρανό για να δει τους ανθρώπους (Ψαλμ. 13, 2), κείμενο που απαντά σε πλήθος τρούλων ήδη από τη μεσοβυζαντινή εποχή και που στην Πελοπόννησο το προτίμησαν ιδιαίτερα τα εργαστήρια των αδελφών Μόσχου και του Δημητρίου Κακαβά.
Η μεταβυζαντινή τέχνη του Γεωργίου Μόσχου και η επιζωγράφιση του 1879
Η επιλογή αυτή απηχεί ακριβώς την τοπική συνήθεια που ακολουθεί ο Γεώργιος Μόσχος στη μεταβυζαντινή ζωγραφική του, ένας εκ των δύο αδελφών Ναυπλιωτών ζωγράφων, ενεργός σε πλήθος καθολικών της Λακωνίας κατά τις πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα. Ο Γεώργιος Καλλιτεράκης, Κρητικός στην καταγωγή, σπούδασε στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας στα χρόνια 1868 έως 1873, σε μία περίοδο όπου οι δάσκαλοι επιδίωκαν να προσαρμόσουν τη θρησκευτική ζωγραφική σε πρότυπα συγγενή προς τη ζωγραφική των Ναζαρηνών, με έντονη κλασικιστική διάθεση. Στο πρόσωπο του Παντοκράτορα, όπως και σε άλλα σημεία του ναού, ο νεότερος αγιογράφος διατήρησε τη διάταξη που κληρονόμησε από τον Μόσχο και περιορίστηκε να ξαναζωγραφίσει τα πρόσωπα και τα χέρια των μορφών εκεί όπου το επίχρισμα είχε πληγεί από σεισμό και πυρκαγιά, την εποχή που ηγουμένευε ο Παΐσιος Ζαχαρακόπουλος.
Η συντήρηση που ακολούθησε πολλά χρόνια αργότερα, ανάμεσα στο 1985 και στο 2004, απομάκρυνε μέρος των μεταγενέστερων επεμβάσεων και επέτρεψε να διακριθούν καθαρότερα οι δύο διαφορετικές γραφές πάνω στην ίδια επιφάνεια, εκείνη του 17ου αιώνα κάτω από εκείνη του 19ου.
