
Κοντά στην έξοδο προς τον κόσμο των ζωντανών χάνει για δεύτερη φορά την Ευρυδίκη ο Ορφέας. Με το τραγούδι του έχει συγκινήσει τους άρχοντες του Άδη και έχει εξασφαλίσει την επιστροφή της νεκρής συζύγου του. Απομένει να συνεχίσει χωρίς να κοιτάξει πίσω, ώσπου να βγει από τον κάτω κόσμο. Στρέφεται όμως, ενώ εκείνη βρίσκεται ακόμη πίσω του. Η Ευρυδίκη επιστρέφει στους νεκρούς.
Τις εκτενέστερες σωζόμενες αρχαίες αφηγήσεις αυτής της αποτυχημένης επιστροφής τις οφείλουμε σε δύο Ρωμαίους ποιητές: στον Βιργίλιο, στο τέταρτο βιβλίο των Γεωργικών, και στον Οβίδιο, στο δέκατο και το ενδέκατο βιβλίο των Μεταμορφώσεων. Οι αφηγήσεις τους διαφέρουν σε σημεία ουσιαστικά, ιδίως στην περιγραφή της τελευταίας στιγμής της Ευρυδίκης. Η μοιραία κίνηση αποκτά διαφορετική χροιά σε κάθε κείμενο, όπως και ο αποχαιρετισμός της γυναίκας που χάνεται.
Ο θάνατος της Ευρυδίκης και η κατάβαση στον Άδη
Από δάγκωμα φιδιού πεθαίνει η Ευρυδίκη και στις δύο αφηγήσεις. Στον Βιργίλιο προσπαθεί να ξεφύγει από τον Αρισταίο που την καταδιώκει και, καθώς τρέχει κοντά στον ποταμό, δεν βλέπει το φίδι μέσα στα ψηλά χόρτα. Η ιστορία εντάσσεται εκεί στη μεγαλύτερη διήγηση για τις συμφορές του Αρισταίου και την απώλεια των μελισσών του, οι οποίες αποδίδονται στην τιμωρία του από τις Νύμφες για τον χαμό της Ευρυδίκης.
Ο Οβίδιος παραλείπει αυτή την καταδίωξη. Η νεόνυμφη περπατά στα χόρτα μαζί με Ναϊάδες όταν δέχεται το θανατηφόρο δάγκωμα στον αστράγαλο. Ο γάμος έχει ήδη σημαδευθεί από κακούς οιωνούς, με τη δάδα του Υμεναίου να καπνίζει χωρίς να δίνει καθαρή φλόγα. Πριν ακόμη εμφανιστεί το φίδι, ο ποιητής έχει εισαγάγει την ανησυχία μέσα στη γαμήλια τελετή.
Από το πένθος γεννιέται η απόφαση της καθόδου. Στο Ταίναρο, στο νότιο άκρο της Πελοποννήσου, τοποθετούν και οι δύο ποιητές την είσοδο από την οποία περνά ο Ορφέας στον Άδη. Η κατάβασή του, η είσοδος δηλαδή ενός ζωντανού στον τόπο των νεκρών, γίνεται για να ζητήσει πίσω την Ευρυδίκη.
Η μουσική μπροστά στον Πλούτωνα και την Περσεφόνη
Στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, ο Ορφέας παρουσιάζεται μπροστά στον Πλούτωνα και την Περσεφόνη και συνοδεύει την παράκλησή του με τη λύρα. Αναγνωρίζει ότι όλοι οι άνθρωποι θα καταλήξουν κάποτε στην εξουσία τους, άρα και η Ευρυδίκη θα επιστρέψει όταν συμπληρώσει τα χρόνια που της αναλογούν. Ζητεί να της δοθεί ο χρόνος ζωής που της αφαιρέθηκε πρόωρα.
Στην παράκληση χωρά και μια τολμηρή υπενθύμιση: αν αληθεύει η παλιά διήγηση για την αρπαγή της Περσεφόνης, ο Έρωτας έχει ενώσει και τους ίδιους τους άρχοντες του Άδη. Ο Ορφέας χρησιμοποιεί αυτή τη συγγένεια εμπειρίας για να στηρίξει το αίτημά του. Έτσι διατυπώνεται το επιχείρημα του ήρωα μέσα στο ποίημα, όπου η αρπαγή εντάσσεται στη δική του προσπάθεια πειθούς.
Το τραγούδι αναστέλλει για λίγο τα μαρτύρια. Ο Ιξίων παύει να περιστρέφεται στον τροχό του, ο Σίσυφος κάθεται επάνω στον βράχο. Ακόμη και οι Ερινύες δακρύζουν, όπως σημειώνει ο Οβίδιος, αποδίδοντας το περιστατικό στη φήμη. Για όσο ακούγεται το τραγούδι, οι καταδικασμένοι παύουν να εκτελούν τις ατέρμονες κινήσεις της τιμωρίας τους.
Συγκινούνται και οι δύο θεότητες. Η Ευρυδίκη καλείται από τις πρόσφατα αφιχθείσες σκιές και πλησιάζει αργά, με το τραύμα να επηρεάζει ακόμη το βήμα της. Αυτή η καθυστέρηση του βήματος θα αποκτήσει βάρος λίγο αργότερα, στην ανηφορική πορεία προς την έξοδο.
Ο όρος της επιστροφής
Μαζί με την Ευρυδίκη παραλαμβάνει ο Ορφέας και την απαγόρευση: όσο διαρκεί η έξοδος από τον κάτω κόσμο, δεν πρέπει να στρέψει τα μάτια του προς τα πίσω. Αν κοιτάξει πίσω, η παραχώρηση ακυρώνεται.
Συχνά ο όρος αποδίδεται αποκλειστικά στον Πλούτωνα. Στο λατινικό κείμενο του Οβιδίου και οι δύο άρχοντες δέχονται την παράκληση, ενώ ο κανόνας διατυπώνεται χωρίς να κατονομάζεται εκείνος που τον εκφωνεί. Ο Βιργίλιος αναφέρει ειδικότερα ότι η Περσεφόνη είχε ορίσει να βαδίζει η Ευρυδίκη πίσω από τον σύζυγό της. Η ρητή αναφορά στη θεά έχει σημασία, ιδίως όταν οι μεταγενέστερες αναδιηγήσεις αποδίδουν ολόκληρη τη συμφωνία στον σύζυγό της.
Για την επιλογή αυτού του όρου οι ποιητές δεν δίνουν ρητή αιτιολόγηση. Μπορούμε να τον διαβάσουμε ως δοκιμασία εμπιστοσύνης: ο Ορφέας χρειάζεται να συνεχίσει στηριζόμενος σε μια υπόσχεση, χωρίς την επιβεβαίωση που θα του έδινε η θέα της Ευρυδίκης. Πρόκειται για ερμηνεία της σκηνής, την οποία επιτρέπει η αφήγηση χωρίς να την επιβάλλει.
Η στιγμή του βλέμματος και η αμφιβολία
Στον Οβίδιο η ανηφορική διαδρομή είναι σκοτεινή και σιωπηλή. Η επιφάνεια της γης βρίσκεται πια κοντά όταν ο Ορφέας, φοβούμενος μήπως η Ευρυδίκη μείνει πίσω και επιθυμώντας να τη δει, γυρίζει τα μάτια του. Ο συγκεκριμένος στίχος συνδέει την κίνηση με την αγωνία του εραστή και τη λαχτάρα να την αντικρίσει. Υποψία ότι οι θεοί τον εξαπάτησαν δεν διατυπώνεται.
Στην ανηφόρα αυτή ο Ορφέας στερείται ακριβώς το πρόσωπο για το οποίο έχει φθάσει ως εκεί. Μόλις του έχει επιστραφεί η Ευρυδίκη, και όμως χρειάζεται να βαδίζει χωρίς να τη βλέπει. Αν διαβάσουμε τη στροφή του ως αμφιβολία, αυτή αφορά την αγωνία μήπως χαθεί ξανά εκείνη που τον ακολουθεί, ύστερα από τον πρώτο αιφνίδιο θάνατο.
Διαφορετικά περιγράφει το περιστατικό ο Βιργίλιος. Μια αιφνίδια παραφορά καταλαμβάνει τον εραστή και εκείνος, έχοντας χάσει την επίγνωση του όρου, σταματά και στρέφεται προς την Ευρυδίκη, σχεδόν στο κατώφλι του φωτός. Ο ποιητής παρεμβαίνει μάλιστα με μια παρατήρηση συμπάθειας: το σφάλμα θα μπορούσε να συγχωρηθεί, εάν οι νεκροί γνώριζαν τη συγχώρηση.
Στο κατώφλι του φωτός, με την έξοδο τόσο κοντά, το βλέμμα ακυρώνει την παραχώρηση. Στον Βιργίλιο ένας τριπλός κρότος από τα βάθη του Άδη συνοδεύει τη διάρρηξη της συμφωνίας.
Η Ευρυδίκη χάνεται για δεύτερη φορά
Στα Γεωργικά δίνεται στην Ευρυδίκη ένας τελευταίος λόγος. Αναρωτιέται ποια παραφορά κατέστρεψε και τους δύο, αισθάνεται τον ύπνο του θανάτου να καλύπτει τα μάτια της και αποχαιρετά τον Ορφέα, απλώνοντας προς αυτόν τα χέρια. Έπειτα χάνεται όπως ο καπνός στον αέρα. Για λίγο η αφήγηση περνά στη δική της εμπειρία, καθώς απλώνει τα αδύναμα χέρια της μέσα στο σκοτάδι.
Η οβιδιακή Ευρυδίκη αποχωρεί με έναν αποχαιρετισμό που μόλις ακούγεται. Ο αφηγητής σχολιάζει ότι δεν παραπονέθηκε για τον σύζυγό της, αφού το μόνο για το οποίο θα μπορούσε να τον κατηγορήσει ήταν πως την αγάπησε. Την εξήγηση τη δίνει ο αφηγητής· από την ίδια ακούμε μόνο τον αποχαιρετισμό.
Η αγάπη κινητοποιεί την κάθοδο και, στην οβιδιακή εκδοχή, συμμετέχει στο σφάλμα που ματαιώνει την επιστροφή. Το να αποδώσουμε τα πάντα σε έλλειψη εμπιστοσύνης θα περιόριζε την ένταση της σκηνής. Παραμένει η δυσκολία εκείνης της αναμονής, όταν η Ευρυδίκη έχει δοθεί πίσω, αλλά ο Ορφέας δεν μπορεί ακόμη να την κοιτάξει.
Ο Ορφέας ανάμεσα στα ζώα στην τέχνη της Αναγεννήσεως
Μια άλλη όψη της δυνάμεώς του παρουσιάζει το χάλκινο ανάγλυφο Ο Ορφέας παίζει στα ζώα, έργο των αρχών του 16ου αιώνα που φυλάσσεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Η ιταλική πλακέτα έχει διάμετρο μόλις 10,5 εκατοστά και καταλογογραφείται στο όνομα «Orpheus Master», τη συμβατική ονομασία του δημιουργού της.
Στο κέντρο της κυκλικής επιφάνειας κάθεται ο μουσικός, με γυμνό σώμα και ύφασμα να πέφτει από το κάθισμά του. Το κεφάλι στρέφεται προς τα αριστερά της εικόνας, ενώ το ένα πόδι απλώνεται διαγώνια προς τα κάτω δεξιά. Πάνω από τη μορφή ανοίγονται τα κλαδιά ενός δέντρου με πτηνά· στα πλάγια στέκονται ζώα, ανάμεσά τους ελάφι με μεγάλα κέρατα στα δεξιά. Το έγχορδο που κρατά ο Ορφέας παίζεται με δοξάρι. Η λεπτομέρεια μεταφέρει τον αρχαίο μουσικό στον αναγεννησιακό κόσμο του τεχνίτη, όπου μπορούσε να αναγνωριστεί ένα διαφορετικό όργανο από τη λύρα των ποιητικών πηγών.
Η Ευρυδίκη απουσιάζει από την παράσταση, η οποία εστιάζει στη γοητεία της μουσικής πάνω στα ζώα. Σε σχέση με την κατάβαση στον Άδη, το ανάγλυφο φωτίζει μια άλλη πλευρά του ίδιου προσώπου: τον μουσικό που συγκεντρώνει γύρω του τα πλάσματα και συγκρατεί την προσοχή τους.
Μια δεύτερη συνάντηση στον κάτω κόσμο
Ο Οβίδιος επανέρχεται στο ζευγάρι στο ενδέκατο βιβλίο, στους στίχους 61–66. Μετά τον διαμελισμό του από τις Μαινάδες της Θράκης, η σκιά του Ορφέα κατεβαίνει ξανά στα μέρη που γνωρίζει. Στους αγρούς των ευσεβών αναζητεί την Ευρυδίκη και, όταν τη βρίσκει, την αγκαλιάζει.
Περπατούν πλέον μαζί στον κάτω κόσμο. Άλλοτε πλάι πλάι, άλλοτε ο ένας πίσω από τον άλλον, κι έτσι ο ποιητής επιστρέφει στην κίνηση που είχε προκαλέσει τη δεύτερη απώλεια. Ο Ορφέας μπορεί τώρα να γυρίζει και να κοιτάζει την Ευρυδίκη με ασφάλεια, στους τόπους όπου έχει καταλήξει και ο ίδιος.