
Στην είσοδο του Άδη στέκεται ο Κέρβερος. Πέρα από τον Ωκεανό κατοικούν οι Γοργόνες, ενώ πάνω από το τραπέζι του Φινέα κατεβαίνουν οι Άρπυιες, αρπάζοντας την τροφή του. Τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας συναντούν τον άνθρωπο σε μέρη όπου η ασφάλειά του τελειώνει. Μερικές φορές αρκεί ένα βλέμμα. Άλλοτε η απειλή επιστρέφει καθημερινά, την ώρα του φαγητού.
Οι αφηγήσεις αυτές έχουν διαφορετικές αφετηρίες. Ο Κέρβερος φυλάσσει τον κόσμο των νεκρών, ενώ οι βασικοί μύθοι της Μέδουσας και των Αρπυιών εκτυλίσσονται έξω από αυτόν. Η σύνδεσή τους με τον φόβο προσφέρει έναν τρόπο να τις προσεγγίσουμε, με την προϋπόθεση ότι αφήνουμε χώρο στις διαφορές των αρχαίων πηγών. Οι μορφές τους αλλάζουν από κείμενο σε κείμενο, όπως αλλάζουν και οι περιστάσεις μέσα στις οποίες εμφανίζονται.
Η Μέδουσα και ο κίνδυνος του βλέμματος
Τη Μέδουσα την τοποθετεί ο Ησίοδος μαζί με τις αδελφές της πέρα από τον Ωκεανό, προς τη Νύχτα, κοντά στις Εσπερίδες. Στη Θεογονία, η Σθενώ και η Ευρυάλη είναι αθάνατες, ενώ εκείνη θνητή. Όταν ο Περσέας την αποκεφαλίζει, από τον λαιμό της ξεπηδούν ο Πήγασος και ο Χρυσάορας, παιδιά της ένωσής της με τον Ποσειδώνα.
Στη γνωστή εκδοχή της αναμέτρησης, ο ήρωας πλησιάζει τη Μέδουσα ενώ κοιμάται και κοιτάζει την αντανάκλασή της σε γυαλισμένη ασπίδα, αποφεύγοντας τη θέα που απολιθώνει. Η λεπτομέρεια αυτή μεταφέρει το βάρος της δοκιμασίας στον τρόπο με τον οποίο πλησιάζει κανείς τον κίνδυνο. Ανάμεσα στον Περσέα και στο πρόσωπο της Γοργόνας παρεμβάλλεται μια εικόνα, αρκετή για να καθοδηγήσει την πράξη του.
Η απολίθωση προσφέρεται για μια σύγχρονη αναλογία με την παράλυση που μπορεί να προκαλέσει ο τρόμος. Το σώμα ακινητοποιείται πριν προλάβει να αντιδράσει. Μια τέτοια ανάγνωση, ωστόσο, παραμένει ερμηνεία του μύθου και χρειάζεται προσοχή όταν την αποδίδουμε στους αρχαίους ακροατές του.
Στην τέχνη το πρόσωπο της Μέδουσας χρησιμοποιήθηκε συχνά ως προστατευτικό σύμβολο. Το γοργόνειο, η μεμονωμένη κεφαλή της Γοργόνας, εμφανίζεται σε αρχιτεκτονικά μέλη και σε πολεμικό εξοπλισμό. Όπως εξηγεί η σχετική μελέτη του Μητροπολιτικού Μουσείου, η αποτροπαϊκή λειτουργία του συνδέεται με την απομάκρυνση του κακού. Το μετωπικό πρόσωπο κοιτάζει εκείνον που πλησιάζει, ακόμη και όταν έχει αποσπαστεί εντελώς από την αφήγηση του Περσέα.
Ο Κέρβερος στο σύνορο των νεκρών
Με τον Κέρβερο η απειλή αποκτά τη μορφή ενός φύλακα. Σκύλος στη βασική του διάπλαση, παραμένει αναγνωρίσιμος, αλλά η τερατώδης όψη του τον απομακρύνει από το ζώο που γνωρίζει ο άνθρωπος δίπλα στο σπίτι ή στο κοπάδι του. Στην πύλη του Άδη, η παρουσία του κάνει αισθητό το όριο ανάμεσα στους ζωντανούς και στους νεκρούς.
Ο αριθμός των κεφαλών του μεταβάλλεται μέσα στην παράδοση. Ο Ησίοδος τον παρουσιάζει πεντηκοντακέφαλο. Στη Βιβλιοθήκη, το μυθογραφικό έργο που αποδίδεται συμβατικά στον Απολλόδωρο, έχει τρία σκυλίσια κεφάλια, ουρά δράκοντα και κεφαλές φιδιών στη ράχη. Η καθιερωμένη σήμερα εικόνα του τρικέφαλου σκύλου αποτελεί μία από τις αρχαίες εκδοχές του.
Στον άθλο του Ηρακλή, ο Άδης επιτρέπει στον ήρωα να πάρει τον Κέρβερο, εφόσον τον καταβάλει χωρίς να χρησιμοποιήσει τα όπλα που φέρει. Ο Ηρακλής τον ακινητοποιεί με τη δύναμή του και τον ανεβάζει στον κόσμο των ζωντανών. Αφού τον παρουσιάσει στον Ευρυσθέα, τον επιστρέφει στον Άδη. Η προσωρινή απομάκρυνση του φύλακα είναι μέρος μιας δοκιμασίας που ολοκληρώνεται με την επάνοδό του.
Ο ακροατής παρακολουθεί έτσι μια εξαιρετική διάβαση. Ο Ηρακλής φτάνει στον τόπο των νεκρών και επιστρέφει, έχοντας μαζί του το ίδιο το ζώο που φυλάσσει την είσοδο. Το επεισόδιο μπορεί να διαβαστεί σε σχέση με τον φόβο του θανάτου, αλλά η αφήγηση παραμένει δεμένη με τη συγκεκριμένη αποστολή του ήρωα και με τον Ευρυσθέα που περιμένει να δει το αποτέλεσμά της.
Οι Άρπυιες και η τροφή που χάνεται
Στις Άρπυιες ο κίνδυνος έρχεται από τον αέρα. Ο Ησίοδος κατονομάζει την Αελλώ και την Ωκυπέτη, συνδέοντας το πέταγμά τους με την ταχύτητα των ανέμων και των πουλιών. Η αιφνίδια κίνηση βρίσκεται ήδη στα βασικά γνωρίσματά τους.
Πολύ συγκεκριμένη γίνεται η απειλή στην ιστορία του Φινέα. Σύμφωνα με τη Βιβλιοθήκη, οι θεοί είχαν στείλει τις φτερωτές αυτές υπάρξεις στον τυφλό μάντη. Κάθε φορά που ετοιμαζόταν το τραπέζι του, κατέβαιναν και άρπαζαν το μεγαλύτερο μέρος του φαγητού. Όσο απέμενε είχε τέτοια δυσοσμία, ώστε κανείς δεν μπορούσε να το αγγίξει.
Η στέρηση επαναλαμβάνεται σε μια καθημερινή πράξη από την οποία εξαρτάται η επιβίωση. Για τον Φινέα το φαγητό βρίσκεται μπροστά του, σχεδόν προσιτό. Γνωρίζει όμως τι θα ακολουθήσει. Εδώ μπορεί κανείς να αναγνωρίσει την ανασφάλεια που γεννά μια απειλή όταν επιστρέφει σταθερά, ακόμη και σε έναν χώρο προορισμένο για ανάπαυση.
Τις Άρπυιες καταδιώκουν ο Ζήτης και ο Κάλαϊς, οι φτερωτοί γιοι του Βορέα που συμμετέχουν στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Ο συγγραφέας της Βιβλιοθήκης διασώζει διαφορετικές εκβάσεις και αποδίδει στον Απολλώνιο τον Ρόδιο την εκδοχή κατά την οποία φτάνουν στις Στροφάδες και γλιτώνουν, αφού δοθεί όρκος ότι θα πάψουν να βλάπτουν τον Φινέα. Η απαλλαγή του μάντη έρχεται με την απομάκρυνσή τους από το τραπέζι του.
Ο Φόβος αποκτά πρόσωπο
Δίπλα στα πλάσματα που προκαλούν τρόμο συναντούμε και τον Φόβο ως προσωποποιημένη δύναμη, ιδιαίτερα συνδεδεμένη με τη μάχη. Στη ραψωδία Ο της Ιλιάδας, ο Άρης διατάζει τον Δείμο και τον Φόβο να ζέψουν τα άλογά του. Οι δύο μορφές συμμετέχουν στην επική δράση ως ακόλουθοί του, όπως επισημαίνεται και στην ανάλυση του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών.
Η προσωποποίηση δίνει στο συναίσθημα την παρουσία μιας δύναμης που μπορεί να κινηθεί μέσα στη σκηνή. Στο πεδίο της μάχης ο φόβος επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά του πολεμιστή, την αντοχή του στη θέση που κρατά. Στην αφήγηση ονομάζεται και αποκτά δράση δίπλα στον θεό του πολέμου.
Πολλούς αιώνες αργότερα, ένα ψηφιδωτό από την Αλικαρνασσό παρουσιάζει το τρομακτικό πρόσωπο στο κέντρο μιας κυκλικής σύνθεσης. Ο κατάλογος του Βρετανικού Μουσείου ταυτίζει το προσωπείο με τον Φόβο και χρονολογεί το έργο στον 4ο αιώνα μ.Χ., κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο. Γύρω του αναπτύσσεται δωδεκάφυλλος ρόδακας, με μαύρα πέταλα και ερυθροκάστανα τρίγωνα στα διάκενα.
Στη φωτογραφία ξεχωρίζουν τα ορθάνοιχτα μάτια, το ανοιχτό στόμα και οι κυματιστές τούφες γύρω από το πρόσωπο. Οι αποχρώσεις της ώχρας εναλλάσσονται με ερυθροκάστανες και σκούρες ψηφίδες. Το μικρό κεντρικό προσωπείο καταλαμβάνει περιορισμένο μέρος της επιφάνειας, όμως εκεί συγκεντρώνεται πρώτα το βλέμμα.
Η ταύτιση με τον Φόβο δεν αρκεί από μόνη της για να καθορίσει την ακριβή λειτουργία της παράστασης στο αρχικό της περιβάλλον. Στη σωζόμενη εικόνα μπορούμε πάντως να παρακολουθήσουμε πώς οργανώνεται η διακόσμηση γύρω της. Έξω από τα μαύρα πέταλα συνεχίζονται ομόκεντρες ζώνες με ωοειδή και φυτικά μοτίβα. Στις τέσσερις γωνίες, ανοιχτόχρωμα φύλλα με ελισσόμενους μίσχους γεμίζουν τα σκούρα πεδία ανάμεσα στον κύκλο και στο τετράγωνο πλαίσιο.