
Τον θάνατο του Ενκίντου, του συντρόφου με τον οποίο είχε μοιραστεί τους μεγαλύτερους κινδύνους, αδυνατεί να αποδεχθεί ο Γκιλγκαμές, βασιλιάς της Ουρούκ, καθώς στο άψυχο σώμα του φίλου του αναγνωρίζει πλέον και τη δική του κατάληξη. Μπροστά σε αυτή την προοπτική, η δύναμη που του επέτρεψε να αναμετρηθεί με υπερφυσικούς αντιπάλους χάνει τη χρησιμότητά της. Εγκαταλείποντας την πόλη του, θα αναζητήσει έναν άνθρωπο που κατόρθωσε να εξαιρεθεί από την κοινή μοίρα, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε και ο ίδιος να αποκτήσει όσα εκείνος έλαβε από τους θεούς.
Στο τελευταίο μέρος της περιπλάνησής του βρίσκεται το περίφημο φυτό που αποκαλείται συχνά «άνθος της αθανασίας». Η ονομασία χρειάζεται διευκρίνιση: στο έπος περιγράφεται ένα αγκαθωτό φυτό με τη δύναμη να επαναφέρει τη νεότητα, χωρίς να δηλώνεται ότι χαρίζει αιώνια ζωή. Ο Γκιλγκαμές θα το αποκτήσει, αλλά θα το χάσει προτού προλάβει να διαπιστώσει την επίδρασή του.
Η διαδρομή ενός μεσοποταμιακού έπους
Η παράδοση του έπους διαμορφώθηκε μέσα από αυτοτελείς διηγήσεις και διαδοχικές επεξεργασίες, σε διάστημα πολλών αιώνων. Σουμεριακά ποιήματα για τον Γκιλγκαμές κυκλοφορούσαν ως ξεχωριστές συνθέσεις, ενώ από την παλαιοβαβυλωνιακή περίοδο, ιδίως τον 18ο αιώνα π.Χ., σώζονται αποσπάσματα μιας εκτενέστερης ακκαδικής αφήγησης. Στη μεταγενέστερη, λεγόμενη καθιερωμένη βαβυλωνιακή εκδοχή εντάσσεται η ιστορία της αναζήτησης και της απώλειας του φυτού. Ανάμεσα στα σημαντικότερα σωζόμενα αντίγραφά της βρίσκονται οι πινακίδες της βιβλιοθήκης του Ασσουρμπανιπάλ στη Νινευή, του 7ου αιώνα π.Χ., οι οποίες καταγράφουν μια ήδη μακραίωνη λογοτεχνική παράδοση.
Αυτή η διαδρομή εξηγεί γιατί οι ιστορίες γύρω από τον ήρωα παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους. Στην αφήγηση που εξετάζουμε, ο θαυμασμός για τα κατορθώματα του βασιλιά συνυπάρχει με την επίμονη εξέταση όσων η ηρωική ισχύς αφήνει άλυτα. Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου μεταβάλλει το βάρος όλων των προηγούμενων επιτυχιών του.
Ο Ενκίντου και η ανατροπή της ηρωικής βεβαιότητας
Στην αρχή της αφήγησης ο Γκιλγκαμές ασκεί καταπιεστικά την εξουσία του, προκαλώντας τα παράπονα των κατοίκων της Ουρούκ. Ως αντίβαρο στη δύναμή του δημιουργείται, με θεϊκή παρέμβαση, ο Ενκίντου, που ύστερα από την πρώτη τους σύγκρουση γίνεται ο στενότερος σύντροφός του. Μαζί σκοτώνουν τον Χουμπάμπα, φύλακα του Δάσους των Κέδρων, και αργότερα τον Ουράνιο Ταύρο, τον οποίο η Ιστάρ στέλνει εναντίον της Ουρούκ όταν ο βασιλιάς απορρίπτει την ερωτική της πρόταση. Όπως συνοψίζει η παρουσίαση του Μητροπολιτικού Μουσείου, ο θάνατος του Ενκίντου ακολουθεί ως συνέπεια της θεϊκής αντίδρασης στις πράξεις των δύο ηρώων.
Με την αρρώστια και την απώλεια του συντρόφου του, ο Γκιλγκαμές έρχεται αντιμέτωπος με κάτι που αδυνατεί να ανατρέψει. Παραμένει κοντά στο σώμα, καθυστερώντας τον αποχωρισμό, ώσπου η αποσύνθεση επιβάλλει τη γνώση που προσπαθεί να αναβάλει· και όταν τελικά φεύγει, ο φόβος για τον δικό του θάνατο έχει ήδη εισχωρήσει στο πένθος του. Την περιπλάνηση μπορούμε επομένως να τη διαβάσουμε ως συνέχεια αυτής της αγωνίας, ως προσπάθεια να απομακρυνθεί από την κατάληξη που μόλις αντίκρισε τόσο κοντά του.
Μια τέτοια ερμηνεία, με επίκεντρο την επεξεργασία του πένθους, έχει προταθεί και στη σύγχρονη επιστημονική συζήτηση. Πρόκειται για τρόπο ανάγνωσης του λογοτεχνικού προσώπου, με τη σχετική απόσταση που απαιτεί η μεταφορά σημερινών εννοιών σε ένα αρχαίο κείμενο.
Πέρα από τα Ύδατα του Θανάτου
Προορισμός του είναι ο Ουτναπιστίμ, ο επιζών του μεγάλου κατακλυσμού, στον οποίο οι θεοί παραχώρησαν αθανασία μαζί με τη σύζυγό του. Με τη βοήθεια του πορθμέα Ουρσανάμπι, ο Γκιλγκαμές διασχίζει τα Ύδατα του Θανάτου και φθάνει στον απομακρυσμένο τόπο όπου ζει το ζευγάρι. Εκεί μαθαίνει ότι η εξαίρεση του Ουτναπιστίμ συνδέθηκε με μια συγκεκριμένη απόφαση των θεών μετά τον κατακλυσμό, γεγονός που αφήνει μετέωρη την προσδοκία του επισκέπτη να ακολουθήσει την ίδια διαδρομή.
Στην ενδέκατη πινακίδα, η αδυναμία του γίνεται ορατή μέσα από μια δοκιμασία που φαίνεται απλούστερη από όσα έχει ήδη κατορθώσει: καλείται να παραμείνει άγρυπνος έξι ημέρες και επτά νύχτες. Αποκοιμιέται σχεδόν αμέσως. Με υπόδειξη του Ουτναπιστίμ, η σύζυγός του τοποθετεί καθημερινά ένα ψωμί κοντά στο κεφάλι του κοιμισμένου βασιλιά και σημειώνει τις ημέρες, ώστε όταν ξυπνήσει να έχει μπροστά του τις αποδείξεις του χρόνου που πέρασε.
Στο ψωμί που ξεραίνεται ή μουχλιάζει, ο χρόνος αποκτά μια οικιακή, σχεδόν απτή παρουσία. Μπορούμε να διαβάσουμε τη σκηνή ως υπενθύμιση της εξάρτησης του ήρωα από το σώμα του: όσο εκείνος επιδιώκει την υπέρβαση του θανάτου, ο ύπνος τον καταλαμβάνει χωρίς να χρειαστεί καμία εξωτερική σύγκρουση.
Το φυτό της νεότητας και η αναβολή της δοκιμής
Κατά την αναχώρησή του, ύστερα από παρέμβαση της συζύγου του, ο Ουτναπιστίμ αποκαλύπτει στον Γκιλγκαμές την ύπαρξη ενός αγκαθωτού φυτού που μπορεί να επαναφέρει τη νεότητα. Δένοντας βαριές πέτρες στα πόδια του, ο βασιλιάς κατεβαίνει στα βαθιά νερά, αποσπά το φυτό παρότι τα αγκάθια πληγώνουν τα χέρια του και κόβει τα δεσμά των βαρών για να επιστρέψει στην επιφάνεια. Στον Ουρσανάμπι εξηγεί ότι θα το μεταφέρει στην Ουρούκ, όπου σκοπεύει να δώσει πρώτα σε έναν γέροντα να φάει, ώστε να δοκιμάσει τη δύναμή του, και έπειτα να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος.
Η αναβολή αφήνει χώρο για μια διαφορετική πλευρά του ήρωα. Έπειτα από τόση αγωνία, ο Γκιλγκαμές μπορεί ακόμη να περιμένει και να σχεδιάζει, έχοντας βάλει ανάμεσα στην απόκτηση και στη χρήση του φυτού την ανάγκη μιας επιβεβαίωσης. Ως τότε, όμως, το πολύτιμο εύρημα παραμένει εκτεθειμένο στους κινδύνους της διαδρομής.
Στην επιστροφή, όταν σταματά για να λουστεί σε δροσερά νερά, ένα φίδι αντιλαμβάνεται την οσμή του φυτού, πλησιάζει αθόρυβα και το παίρνει· καθώς απομακρύνεται, αποβάλλει το δέρμα του. Στην όχθη κάθεται και κλαίει ο Γκιλγκαμές, αναλογιζόμενος για ποιον τελικά κόπιασε τόσο, ενώ ο πορθμέας βρίσκεται ακόμη κοντά του.
Το φίδι και η άνιση δυνατότητα ανανέωσης
Η αποβολή του δέρματος συνδέει, μέσα στην αφήγηση, μια γνώριμη φυσική συμπεριφορά με τη χαμένη δυνατότητα του ανθρώπου να ξαναγίνει νέος. Το επεισόδιο επιδέχεται έτσι μια αιτιολογική ανάγνωση: εξηγεί μυθολογικά την ανανέωση που φαίνεται να πετυχαίνει το φίδι, την ώρα που ο βασιλιάς χάνει το μέσο για τη δική του.
Ιδιαίτερα σκληρή μπορούμε να θεωρήσουμε την απλότητα του περιστατικού. Έχουν προηγηθεί εξαντλητικές διαδρομές και υπερφυσικοί κίνδυνοι, για να χαθεί τελικά το φυτό στη διάρκεια μιας στάσης για λούσιμο. Η προσοχή μένει στον κουρασμένο άνθρωπο που θρηνεί για τον χαμένο κόπο του και, αν μιλήσουμε για ήττα απέναντι στον χρόνο, χρειάζεται να συμπεριλάβουμε και αυτή την αδυναμία του να διατηρήσει όσα είχε μόλις αποκτήσει.
Η σφραγίδα των δύο συντρόφων και η επιστροφή στην Ουρούκ
Στη συνοδευτική εικόνα αναπαράγεται ένα προγενέστερο επεισόδιο, η θανάτωση του Ουράνιου Ταύρου, όπως αποδίδεται στην παράσταση κυλινδρικής σφραγίδας. Ο κατάλογος της Συλλογής Schøyen καταγράφει το πρωτότυπο ως νεοασσυριακό έργο από καστανό αχάτη, περίπου του 7ου αιώνα π.Χ., με αριθμό MS 1989. Σύμφωνα με την ταύτιση της συλλογής, ο Ενκίντου, με κοντό ένδυμα και υψωμένο πέλεκυ, κρατά την ουρά του ζώου, ενώ ο Γκιλγκαμές, με μακρύ διακοσμημένο ένδυμα και κερασφόρο κάλυμμα κεφαλής, συγκρατεί ένα κέρατο και πλήττει τον λαιμό του. Ο ταύρος αποδίδεται ανθρωποκέφαλος και φτερωτός, με λυγισμένα πρόσθια πόδια.
Η επανάληψη των μορφών κατά μήκος της εικόνας αντιστοιχεί στη συνεχή ανάπτυξη της παράστασης με την κύλιση της σφραγίδας. Στη σκηνή οι δύο σύντροφοι δρουν ακόμη μαζί· βλέποντάς την από τη θέση του αναγνώστη που γνωρίζει τη συνέχεια, μπορούμε να σταθούμε σε αυτή την εγγύτητα, ιδιαίτερα στη συντονισμένη κίνηση των χεριών τους γύρω από το σώμα του ζώου.
Στο τέλος της ενδέκατης πινακίδας ο Γκιλγκαμές επιστρέφει στην Ουρούκ και καλεί τον Ουρσανάμπι να εξετάσει τα τείχη της. Η επιστροφή προσφέρεται για μια ανάγνωση της πόλης ως τόπου επανασύνδεσης με τη ζωή που είχε εγκαταλείψει ο βασιλιάς. Από την αγωνία για το σώμα του, το βλέμμα στρέφεται σε ένα ανθρώπινο έργο που μπορεί να επιθεωρηθεί και να συντηρηθεί, αρχίζοντας από τα θεμέλια και τα ψημένα τούβλα του.