
Στα χωριά της νότιας Καρυστίας, ο Καβοντορίτικος συνδέει το τοπικό χορευτικό ρεπερτόριο με μια μουσική παράδοση που διαδόθηκε ευρύτερα στο Αιγαίο, διατηρώντας στοιχεία από το παλαιότερο παίξιμο της τσαμπούνας. Τον σκοπό μπορεί κανείς να ακούσει και στην εκτέλεση του βιολιστή Νίκος Οικονομίδης (2001), στο αρχείο της Δόμνας Σαμίου. Στην ίδια ευρύτερη περιοχή, στην Αντιά της Όχης, καλλιεργήθηκε η σφυριά, η απόδοση της ομιλίας με σφυρίγματα για την επικοινωνία από απόσταση. Η συνεξέτασή τους φωτίζει διαφορετικές χρήσεις του ήχου μέσα στον αγροτικό κόσμο της Νότιας Εύβοιας, με τη μουσική να συνοδεύει το γλέντι και τη σφυριχτή ομιλία να εξυπηρετεί την καθημερινή συνεννόηση.
Ο δίσημος παλμός και η κίνηση του κύκλου
Σε μέτρο 2/4 οργανώνεται ο Καβοντορίτικος. Η Μιράντα Τερζοπούλου, στο επεξηγηματικό κείμενό της στο Αρχείο Σαμίου, τον περιγράφει ως στρωτό και ζωηρό κυκλικό χορό, με σταυρωτή λαβή των χορευτών. Αναφέρει ακόμη την παρεμβολή σατιρικών, ενίοτε τολμηρών, στίχων καθώς προχωρεί το γλέντι. Η σχετική ηχογράφηση καταχωρίζεται με τον τίτλο Νίκος Οικονομίδης (2001), ενώ το συνοδευτικό σχόλιο της Τερζοπούλου χρονολογείται στο 2018.
Για την ακρόαση, η διάκριση ανάμεσα στο μέτρο και στη μελωδική κίνηση είναι χρήσιμη: επάνω στον επαναλαμβανόμενο δίσημο παλμό, ο εκτελεστής αναπτύσσει τις φράσεις του με τονισμούς και ποικίλματα, τα οποία μπορούν να κάνουν το παίξιμο πυκνότερο ή περισσότερο ορμητικό. Ο χαρακτηρισμός «ασύμμετρος» θα δημιουργούσε επομένως σύγχυση ως προς τη μετρική οργάνωση του σκοπού.
Η τσαμπούνα και το τουμπί
Η τσαμπούνα ανήκει στους ασκαύλους. Ο μουσικός φυσά στον ασκό και, πιέζοντάς τον με το χέρι, τροφοδοτεί τους ηχογόνους αυλούς, εξασφαλίζοντας συνέχεια στην παραγωγή του ήχου. Μια συγκεκριμένη κατασκευή περιγράφεται στο τεκμήριο Τσαμπούνα (373), από τη συλλογή του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών: ο ασκός είναι από κατσικίσιο δέρμα και τα διάτρητα σωληνάρια από καλάμι. Το αντικείμενο προέρχεται από την Κάλυμνο και προσφέρει παράδειγμα της κατασκευής του οργάνου, με τη γεωγραφική του προέλευση να χρειάζεται να διακρίνεται από εκείνη των ευβοϊκών οργάνων.
Στην παλαιότερη συνοδεία του Καβοντορίτικου καταγράφονται η τσαμπούνα και η λύρα, με κρουστό που αναφέρεται ως τουμπάκι ή νταούλι. Δίπλα στη συνεχή ηχητική ροή του πνευστού, οι κρούσεις αρθρώνουν τον χρόνο για τους χορευτές. Το βιολί και το λαούτο απέκτησαν κατόπιν κεντρική θέση στην εκτέλεση του σκοπού, όπως εξηγεί και το σχόλιο που συνοδεύει την ηχογράφηση Νίκος Οικονομίδης (2001).
Στα Κάψαλα, το 1976, η Δόμνα Σαμίου κατέγραψε τον Θοδωρή Μπουγιούκο να παίζει «τσαμπούνα με ζουρνά», μια τοπική παραλλαγή με πρόσθετο αυλό μπάσου, συνοδεύοντάς τον η ίδια στο νταούλι. Σύμφωνα με το αρχειακό σχόλιο, ο Μπουγιούκος είχε κατασκευάσει το όργανο έχοντας μάθει την τέχνη από τον παππού του. Η καταγραφή παρουσιάζεται στο οδοιπορικό Εύβοια, Κάρυστος.
Από τον Καλλιανιώτικο στο αιγαιοπελαγίτικο βιολί
Τη διαδρομή από το τοπικό παίξιμο προς την ευρύτερη διάδοση εξετάζει η μελέτη Ζαχαρίου, μεταπτυχιακή εργασία του Δημητρίου Ζαχαρίου στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 2021. Η περίληψή της εντοπίζει τον σκοπό στα αρβανίτικα χωριά γύρω από τον Άγιο Δημήτριο και την Καλλιανού, με τις ονομασίες «Καλλιανιώτικος» και «Γκάιντα».
Η μουσική συγκροτείται από σύντομες φράσεις που παρατίθενται και συνδυάζονται, μέσα στις δυνατότητες των παλαιότερων οργάνων. Με τη μεταφορά στο βιολί, μέρος αυτής της μοτιβικής παράδοσης διατηρείται, ενώ προστίθενται στοιχεία που επιτρέπει η μεγαλύτερη έκταση και η διαφορετική τεχνική του οργάνου. Πρόκειται για βασικό άξονα της εργασίας, όπως παρουσιάζεται στο openarchives.gr.
Ήδη το 1976, στον Άγιο Δημήτριο, η Σαμίου κατέγραψε τον Καβοντορίτικο με δύο βιολιά και λαούτο. Στο ίδιο οδοιπορικό περιλαμβάνονται αρβανίτικο τραγούδι και ποιμενικός σκοπός με φλογέρα, πλάι στις καταγραφές της τσαμπούνας. Το υλικό από την Εύβοια, Κάρυστος αποτυπώνει αυτή τη συνύπαρξη κατά τη συγκεκριμένη εποχή.
Στην καθιέρωση του Καβοντορίτικου στις Κυκλάδες και ευρύτερα στο Αιγαίο συνέβαλαν τα δίκτυα των επαγγελματιών μουσικών και η δισκογραφία. Η πανεπιστημιακή εργασία επισημαίνει επίσης τον ρόλο των χορευτικών συλλόγων στη γνωριμία νεότερων γενεών με τον σκοπό, όπως αναφέρεται στην περίληψή της στο openarchives.gr.
Η σφυριά της Αντιάς
Στην Αντιά της νοτιοανατολικής Εύβοιας, η σφυριά εξυπηρετούσε την επικοινωνία σε αποστάσεις όπου η συνηθισμένη φωνή δυσκολευόταν να φτάσει. Βασίζεται στην ελληνική καθομιλουμένη, της οποίας αποδίδει γλωσσικές διακρίσεις και τονισμό με σφυρίγματα. Η πρακτική εγγράφηκε το 2019 στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας και το σχετικό δελτίο περιγράφει τη χρήση της από άνδρες και γυναίκες, ιδιαίτερα στις εργασίες της υπαίθρου.
Ένας έμπειρος σφυριχτής μπορεί να μεταφέρει ολόκληρες προτάσεις. Στη φωνητική έρευνα του Julien Meyer, η σφυριχτή ομιλία εξετάζεται ως τρόπος απόδοσης της γλώσσας μέσα σε στενή ζώνη συχνοτήτων. Από το πλούσιο ακουστικό σήμα της φωνής διατηρούνται επιλεγμένα γνωρίσματα, αρκετά ώστε ο εξοικειωμένος συνομιλητής να αναγνωρίζει το μήνυμα. Η κατανόηση προϋποθέτει γνώση της αντίστοιχης πρακτικής και της γλώσσας στην οποία αυτή βασίζεται, όπως εξηγείται στην επιστημονική δημοσίευση του Cambridge Core.
Ανάλογες μορφές σφυριχτής ομιλίας έχουν καταγραφεί σε διαφορετικές γλωσσικές κοινότητες παγκοσμίως. Η συγκριτική επισκόπηση του Meyer στο Annual Reviews τις εξετάζει σε σχέση με τις γλώσσες που αποδίδουν και με το περιβάλλον της επικοινωνίας, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι επιμέρους πρακτικές.
Δύο παραδόσεις μέσα στον ίδιο τόπο
Ο Καβοντορίτικος και η σφυριά μπορούν να συνεξεταστούν ως εκφράσεις του πολιτισμού της νότιας Καρυστίας. Η γειτνίασή τους επιτρέπει μια πολιτισμική ανάγνωση του ήχου στην τοπική ζωή· άμεση μουσική ή ιστορική εξάρτηση της μιας πρακτικής από την άλλη παραμένει ατεκμηρίωτη στις πηγές του άρθρου.
Στη μετάδοση της γνώσης βρίσκουμε συγκεκριμένες ανθρώπινες διαδρομές. Ο Μπουγιούκος είχε μάθει την κατασκευή της τσαμπούνας από τον παππού του, σύμφωνα με το αρχειακό υλικό Εύβοια, Κάρυστος. Για τη σφυριά, το επίσημο δελτίο καταγράφει την εξασθένηση της καθημερινής χρήσης και τη δυσκολία μετάδοσης στους νεότερους, μαζί με προσπάθειες οργανωμένης εκμάθησης. Τον Αύγουστο του 2015, ο Παναγιώτης Τζαναβάρης δίδαξε έξι νέους σφυριχτές της περιοχής σε κύκλο μαθημάτων, όπως αναφέρεται στην Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ελλάδας.