
Στην Καλή Βρύση Δράμας, από τις 6 έως τις 8 Ιανουαρίου, οι ζωόμορφοι μεταμφιεσμένοι που ονομάζονται Μπαμπούγερα βγαίνουν στους δρόμους με βαριά κουδούνια ζωσμένα στη μέση, παρασύροντας κατοίκους και επισκέπτες σε πειράγματα και χορό. Εμφανίζονται μετά τον αγιασμό των υδάτων την ημέρα των Θεοφανείων και συνεχίζουν τις περιπλανήσεις τους για δύο ακόμη ημέρες, προεκτείνοντας τις εθιμικές εκδηλώσεις του Δωδεκαημέρου. Η επιθυμία για καλοχρονιά παίρνει εδώ μια θορυβώδη, σωματική έκφραση, μέσα σε έναν τόπο όπου η γεωργική και η κτηνοτροφική ζωή έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα.
Η διονυσιακή συγγένεια του εθίμου
Τραγόμορφες προσωπίδες και γονιμικοί συμβολισμοί στηρίζουν τη συνηθισμένη σύνδεση των Μπαμπούγερων με τη διονυσιακή λατρεία. Στην τοπική ερμηνεία ιδιαίτερη θέση κατέχει το αρχαίο ιερό που έχει αποκαλυφθεί κοντά στην Καλή Βρύση και συνδέεται με τον Διόνυσο. Ο χαρακτηρισμός «διονυσιακό κατάλοιπο», ωστόσο, χρειάζεται προσοχή όταν χρησιμοποιείται ως ιστορική διαπίστωση: για να τεκμηριωθεί η αδιάκοπη συνέχεια ενός συγκεκριμένου δρωμένου από την αρχαιότητα απαιτούνται διαδοχικές μαρτυρίες, πέρα από τις ομοιότητες των συμβόλων ή την παρουσία αρχαίας λατρείας στην περιοχή.
Στη λαογραφική ανάγνωση, τα Μπαμπούγερα εντάσσονται στα ευετηρικά δρώμενα, στις τελετουργικές πράξεις δηλαδή που αποβλέπουν στην καλή χρονιά και στην καρποφορία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν τη σημασία τους η έντονη κίνηση και η προσωρινή αναστάτωση της καθημερινότητας. Τα πειράγματα των μεταμφιεσμένων γίνονται δεκτά «για το καλό», όπως αναφέρεται στην καταγραφή του εθίμου.
Πώς κατασκευάζεται η ζωόμορφη προσωπίδα
Η όψη του τράγου προκύπτει από τη συναρμογή υφάσματος και προβιάς. Στη λαογραφική καταγραφή που φιλοξενείται στον ιστότοπο του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης περιγράφεται προσωπίδα από λευκό μάλλινο ύφασμα του αργαλειού, επάνω στην οποία στερεώνονται κομμάτια προβιάς για τα φρύδια και τη μακριά γενειάδα. Από το ίδιο υφαντό σχηματίζονται τα κέρατα, με προβιά στις απολήξεις τους. Κόκκινα σιρίτια περιβάλλουν τα μάτια και τα ρουθούνια, ενώ στο μέτωπο ράβεται ένα μικρό στρογγυλό καθρεφτάκι. Στη θέση του στόματος, δύο σειρές φασολιών σχηματίζουν τα δόντια.
Για την προετοιμασία των δερμάτων μιλά και ο Δημήτρης Σίδος στο αρχείο Istorima: αλατίζονται, στεγνώνουν στον ήλιο και κατόπιν κόβονται στις διαστάσεις που χρειάζονται. Στην ίδια αφήγηση διευκρινίζει ότι η μάσκα έχει υφασμάτινη βάση, στην οποία προστίθενται τα δέρματα. Η μαρτυρία του συμπληρώνει την περιγραφή της κατασκευής, δείχνοντας πόση εργασία προηγείται ώσπου να ετοιμαστεί η φορεσιά.
Κάτω από το μαύρο πανωφόρι σχηματίζεται και μια καμπούρα με πρόσθετα ρούχα. Όταν ο μεταμφιεσμένος φορέσει την προσωπίδα, η φυσική γραμμή του σώματος έχει πια αλλάξει· το κεφάλι μεγαλώνει, η ράχη προβάλλει και στη μέση προστίθεται το βάρος των κουδουνιών.
Το βάρος των κουδουνιών και η τέχνη της κίνησης
Από την κτηνοτροφική καθημερινότητα προέρχονται τα μεγάλα ποιμενικά κουδούνια της φορεσιάς. Η επιλογή τους απαιτεί φροντίδα, καθώς ενδιαφέρει και το πώς ακούγονται μαζί. Η λαογραφική καταγραφή αναφέρει αναζήτηση κατάλληλων κουδουνιών, ακόμη και με ταξίδια ή ενοικίαση από κτηνοτρόφους, ώστε ο συνδυασμός τους να δίνει το επιθυμητό ηχητικό αποτέλεσμα.
Στην προφορική μαρτυρία του Δημήτρη Σίδου, το συνολικό βάρος αναφέρεται ότι μπορεί να κυμαίνεται από είκοσι έως σαράντα κιλά. Η εκτίμηση αφορά τα σύνολα που περιγράφει ο συγκεκριμένος συμμετέχων· τα μεγέθη προσαρμόζονται στις δυνατότητες εκείνου που θα τα φορέσει. Ιδιαίτερα επιμένει στο σωστό δέσιμο, αφού τα σχοινιά μεταφέρουν το φορτίο στη μέση και στους ώμους, προκαλώντας καταπόνηση κατά το τρέξιμο.
Αυτή η σχέση σώματος και βάρους βοηθά να κατανοήσουμε τη σημασία του βηματισμού. Καθώς μετατοπίζεται ο κορμός, τίθενται σε κίνηση τα κουδούνια· το τρέξιμο πυκνώνει τις κρούσεις, ενώ οι στροφές αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο ακούγεται το σύνολο. Ο ήχος παράγεται επάνω στον άνθρωπο που τον μεταφέρει και ακολουθεί τις αντοχές του. Ακόμη και ένα σύντομο πέρασμα στον δρόμο προϋποθέτει εξοικείωση με τη φορεσιά.
Γκάιντα, νταχαρές και ρυθμικός θόρυβος
Στη μουσική παράδοση της Καλής Βρύσης ξεχωρίζουν η γκάιντα και ο νταχαρές, το κυκλικό κρουστό με την τεντωμένη μεμβράνη, γνωστό και ως νταϊρές. Η παρουσία τους στη γαμήλια πομπή καταγράφεται στις λαογραφικές μαρτυρίες, ενώ ο οδηγός του Ινστιτούτου Πολιτιστικής και Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας δίνει έμφαση στον εκκωφαντικό θόρυβο των κουδουνιών και στα σκωπτικά πειράγματα των μεταμφιεσμένων στα σοκάκια.
Από μουσική άποψη, μπορούμε να διακρίνουμε δύο τρόπους οργάνωσης του ήχου. Τα όργανα στηρίζουν τη χορευτική ακολουθία, ενώ οι κρούσεις των κουδουνιών εξαρτώνται από τις κινήσεις εκείνου που τα φορά. Πρόκειται για μια αναλυτική διάκριση που βοηθά να παρακολουθήσουμε όσα συμβαίνουν στη γιορτή: ο κοινός βηματισμός συνυπάρχει με τα ξαφνικά τρεξίματα και τις στροφές των Μπαμπούγερων προς τους παρευρισκομένους.
Η εξήγηση ότι τα κουδούνια «ξυπνούν τη φύση» ανήκει στον συμβολικό κόσμο του εθίμου. Στις σχετικές ερμηνείες, η ένταση του ήχου συνδέεται με την απομάκρυνση του κακού και την προσδοκία της καρποφορίας. Με αυτή τη λαογραφική έννοια χρησιμοποιείται και η λέξη «μαγεία»: ως επιδιωκόμενη επίδραση της τελετουργικής πράξης στον κόσμο που περιβάλλει την κοινότητα.
Ο σατιρικός γάμος και η αρπαγή της νύφης
Στις 8 Ιανουαρίου η γιορτή κορυφώνεται με την αναπαράσταση γάμου. Η αναλυτική καταγραφή που φιλοξενείται στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης περιγράφει το ξύρισμα του γαμπρού και το ντύσιμο της νύφης, πριν από τη γαμήλια πομπή που καταλήγει στην πλατεία. Στις παλαιότερες περιγραφές, τον γάμο διεκπεραιώνει ένας υποδυόμενος τον ιερέα, με ευτράπελες παραινέσεις προς το ζευγάρι. Την εξωστρεφή, σκωπτική διάθεση του δρωμένου υπογραμμίζει και η σύντομη παρουσίαση του ΙΠΕΤ.
Η μορφή της αναπαράστασης έχει δεχθεί προσαρμογές. Στη συνέντευξη του 2022 στο Istorima, ο Δημήτρης Σίδος εξηγεί ότι στη θέση του σατιρικού ιερέα έχει εισαχθεί ο Διόνυσος, ως νεότερη αλλαγή για την αποφυγή προστριβών με την Εκκλησία. Στη δική του περιγραφή, η πομπή παραλαμβάνει τη νύφη και μεταφέρει την προίκα της προς την πλατεία.
Τη νύφη υποδύεται άνδρας. Όπως περιγράφει η καταγραφή Αικατερινίδη, τα Μπαμπούγερα την αρπάζουν ξαφνικά και αμέσως την απελευθερώνουν. Η συγκεκριμένη μαρτυρία τεκμηριώνει αρπαγή και απελευθέρωση· επεισόδιο θανάτου και αναστάσεως της νύφης δεν περιλαμβάνεται στην περιγραφή της. Η ευρύτερη σύνδεση του εθίμου με την αναγέννηση της φύσης χρειάζεται επομένως να διακρίνεται από τις επιμέρους πράξεις που εκτελούνται στη γαμήλια αναπαράσταση.
Στο γαμήλιο παιχνίδι χωρούν οι ευχές για τη συνέχεια της ζωής, μαζί με τη διακωμώδηση συνηθειών που οι παρευρισκόμενοι γνωρίζουν από τους πραγματικούς γάμους. Η αρπαγή παρεμβάλλεται σε αυτή τη γνώριμη διαδικασία, ανάμεσα στις επισκέψεις και στο γλέντι που ακολουθεί.
Η φορεσιά περνά στους νεότερους
Μπαμπούγερα ντύνονται και παιδιά, όπως επισημαίνεται στη λαογραφική καταγραφή. Η συμμετοχή τους δίνει στη μετάδοση του εθίμου μια πρακτική διάσταση: βλέπουν πώς ετοιμάζεται η φορεσιά και εξοικειώνονται με τη μεταμφίεση, φορώντας κουδούνια ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
Στις προετοιμασίες της επόμενης χρονιάς χρειάζεται πάλι να ελεγχθούν τα δεσίματα και να φροντιστούν οι προσωπίδες. Εκεί συνεχίζεται ένα μέρος της μαθητείας των νεότερων, δίπλα σε όσους γνωρίζουν ήδη πώς θα στερεωθεί το βάρος επάνω στο σώμα.