
Στο Μουσείο Μπενάκη φυλάσσεται μια φορητή εικόνα διαστάσεων 0,87 επί 0,65 μέτρα, χρονολογημένη στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, που απεικονίζει τη σκηνή της Αποκαθήλωσης, δηλαδή την κατάβαση του σώματος του Χριστού από τον Σταυρό αμέσως μετά τη Σταύρωση. Πρόκειται για έργο αγνώστου ζωγράφου, πιθανότατα προερχόμενο από εργαστήριο της Κρήτης, μιας περιόδου κατά την οποία το νησί αναδεικνύεται σε σημαντικό κέντρο παραγωγής θρησκευτικής ζωγραφικής, ιδίως ύστερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και τη μετοίκηση εκεί πολλών ζωγράφων της πρωτεύουσας. Η σύνθεση οργανώνεται γύρω από το νεκρό σώμα, με τα πρόσωπα, πρωταγωνιστικά και δευτερεύοντα, να σχηματίζουν έναν σχεδόν κυκλικό πυρήνα θρήνου, τεχνική επιλογή που συναντάται συχνά στη μεταβυζαντινή εικόνα Αποκαθήλωσης της περιόδου. Το χρυσό βάθος, σημάδι πολυτέλειας και συνάμα συμβατικής δήλωσης του υπερβατικού χώρου, καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια πίσω από τις μορφές, ενώ ο σταυρός διαγράφεται αμυδρά στο πάνω μέρος, με τμήμα επιγραφής να διακρίνεται στη δεξιά γωνία. Η εικόνα φέρει τα σημάδια του χρόνου· ρωγμές που διατρέχουν κάθετα το ξύλο, μικρές αποφλοιώσεις στο χρώμα, δίχως όμως να έχει αλλοιωθεί η αναγνωσιμότητα της παράστασης. Το θέμα ανήκει στον ευρύτερο εικονογραφικό κύκλο του Πάθους και συγγενεύει στενά με τη σκηνή του Θρήνου, μολονότι εδώ η έμφαση δίνεται στην ίδια τη στιγμή της αποκαθήλωσης, με τον Ιωσήφ ανεβασμένο στον Σταυρό να παραδίδει το σώμα στα χέρια της Θεοτόκου.
Η Σύνθεση της Αποκαθήλωσης σε Μεταβυζαντινή Εικόνα Τέχνης
Στο κέντρο της παράστασης ο Ιωσήφ, με γκρίζα γενειάδα και βαθυγάλανο ένδυμα, στέκεται στο ανώτερο σκαλί μιας κιτρινωπής κλίμακας που μόλις διακρίνεται πίσω από το υποπόδιο, το αριστερό του πόδι πατώντας σε αυτό, γυρισμένος προς την Παναγία. Εκείνη, με το βαθυκόκκινο μαφόριό της, φέρνει το πρόσωπό της κοντά στο δικό Του και Τον στηρίζει από τις μασχάλες, μοιράζοντας με τον Ιωσήφ το βάρος του σώματος. Το γυμνό σώμα, με τη χαρακτηριστική ώχρα των μεταβυζαντινών σαρκωμάτων και μια λεπτή κόκκινη πινελιά στο πλευρό, κρέμεται ανάμεσά τους, ντυμένο μόνο με λευκό περίζωμα που διπλώνει σε νευρώδεις, σχεδόν γραμμικές πτυχές. Το δεξί Του χέρι, χαμηλά προς την αριστερή πλευρά της σύνθεσης, το φέρνει στα χείλη της μια γυναίκα με πορτοκαλί ένδυμα, σκυμμένη σε στάση σχεδόν γονυκλισίας· πίσω της, δύο ακόμη μορφές, σε πράσινο και κόκκινο, παρακολουθούν με τα χέρια υψωμένα, σε χειρονομία οδύνης που η βυζαντινή ζωγραφική είχε καθιερώσει από νωρίς. Στη δεξιά πλευρά νέος με κόκκινο μανδύα σκύβει προς το πρόσωπο του Χριστού, το χέρι κοντά στο στόμα σε δισταγμό ασπασμού, πίσω του, γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, φέρνοντας την παλάμη στο μάγουλο, κλείνει τον κύκλο του θρήνου.

Η Λεπτομέρεια της Βάσης: Ο Νέος με την Τανάλια
Στο κάτω τμήμα της σύνθεσης, γονατισμένος πάνω στα βράχια του Γολγοθά, ένας νέος με χιτώνα σε καφεχρυσές αποχρώσεις εργάζεται με μικρή τανάλια, αφαιρώντας το τελευταίο καρφί από το πόδι του Χριστού, το οποίο εκτείνεται προς τα κάτω και ακουμπά σε ξύλινο υποπόδιο δίπλα στη βάση του Σταυρού. Ένα πλεκτό καλάθι, όπου έχουν ήδη εναποτεθεί τα καρφιά που αφαιρέθηκαν, στέκεται κοντά του· ο βράχος, σχισμένος στη μέση, αφήνει να διαφανεί σκοτεινό άνοιγμα, υπαινιγμός στην παράδοση που τοποθετεί κάτω από τον Γολγοθά τον τάφο του Αδάμ. Η λεπτομέρεια αυτή, σπάνια τόσο αναλυτικά αποδοσμένη, προσθέτει στη σκηνή έναν τόνο σχεδόν αφηγηματικό, πλησιέστερο στην αμεσότητα ενός συντελούμενου γεγονότος παρά σε μια αφηρημένη θεολογική σύμβαση.
Έργα όπως αυτό συνδέουν την κρητική παραγωγή του 15ου αιώνα με την ευρύτερη μεταβυζαντινή τέχνη που θα ακμάσει τις επόμενες δεκαετίες, όταν ζωγράφοι από την Κωνσταντινούπολη και την Πελοπόννησο θα μεταφέρουν στο νησί πρότυπα και τεχνικές που το εργαστήριο αυτό φαίνεται ήδη να γνωρίζει. Η φθορά στο ξύλο, το ραγισμένο χρυσό βάθος, ακόμη και η αχνή επιγραφή στη γωνία, δεν λειτουργούν ως ελλείμματα, είναι τεκμήρια μιας διαδρομής αιώνων, που η ίδια η εικόνα κουβαλά πάνω της χωρίς να τη σχολιάζει.

