Γεώργιος Μόσχος: Τοιχογραφία Προφήτη Σοφονία στη Χρύσαφα

Τοιχογραφία Προφήτη Σοφονία Με Φωτοστέφανο Στον Τρούλο Των Αγίων Τεσσαράκοντα
Η Τοιχογραφία Του Προφήτη Σοφονία, Έργο Του Γεωργίου Μόσχου (1620), Στην Τέταρτη Ζώνη Του Τρούλου Του Καθολικού Της Μονής Αγίων Τεσσαράκοντα Στη Χρύσαφα.

Ο ζωγράφος Γεώργιος Μόσχος αποτύπωσε το 1620, στον τρούλο του καθολικού της Μονής των Αγίων Τεσσαράκοντα, οκτώ περίπου χιλιόμετρα από τη Σπάρτη στην περιοχή της Χρύσαφας, τη μορφή του προφήτη Σοφονία. Ανήκει σε μια σειρά προφητών της Παλαιάς Διαθήκης που καταλαμβάνουν την τέταρτη ζώνη του θόλου, ιστορημένοι ανά ζεύγη μέσα σε στρογγυλά μετάλλια, πάνω σε βαθύ, σχεδόν μεσονύκτιο φόντο. Η προτομή, με το βαρύ βλέμμα και τη μακριά γκριζόλευκη γενειάδα, αποδίδεται εδώ σε πλάτος στήθους, δίχως τα χέρια ή το ειλητάριο που συνήθως κρατούν οι προφήτες στα βυζαντινά και μεταβυζαντινά εικονογραφικά προγράμματα. Το πρόσωπο, χαραγμένο με βαθιές ρυτίδες και σφιγμένα φρύδια, προδίδει έναν άνθρωπο που στοχάζεται περισσότερο παρά κηρύττει.

Ο ναός στον οποίο εντάσσεται η παράσταση χτίστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα σε σταυροειδή, εγγεγραμμένο τύπο με τρούλο, γνωστό ως αγιορειτικός, και ο Μόσχος, καταγόμενος από το Ναύπλιο, ανέλαβε, όπως δηλώνει η ίδια η κτητορική επιγραφή του ναού, να αγιογραφήσει σχεδόν μόνος του το σύνολο του εσωτερικού. Ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για τον ίδιο τον ζωγράφο πέρα από τα έργα του. Στη Χρύσαφα, πάντως, άφησε ένα από τα πλουσιότερα εικονογραφικά σύνολα της μεταβυζαντινής Πελοποννήσου, όπου ο προφήτης Σοφονίας κατέχει θέση διακριτική, όχι όμως δευτερεύουσα, ανάμεσα σε δεκάδες άλλες μορφές προφητών, ευαγγελιστών και μαρτύρων.

Η τοιχογραφία του προφήτη Σοφονία: σύνθεση και τεχνική

Το χρυσωπό φωτοστέφανο, δουλεμένο με φαρδιές πινελιές ώχρας, σχεδόν ομόκεντρες, πλαισιώνει το κεφάλι με μια εσωτερική σκουρόχρωμη ζώνη και μια λευκή ταινία στο εξωτερικό περίγραμμα, σύμβαση που επαναλαμβάνεται σε όλες σχεδόν τις μορφές του τρούλου. Ρωγμές διατρέχουν το επίχρισμα γύρω από το μέτωπο και πάνω από τον ώμο, ίχνη τεσσάρων αιώνων υγρασίας και σεισμών που η περιοχή δεν έχει φειστεί. Το βαθύ, σχεδόν άναστρο σκότος γύρω από το φωτοστέφανο αποτελεί σταθερή σύμβαση του τρούλου, όπου κάθε μορφή φαίνεται να αναδύεται από ένα απόλυτο, άχρονο βάθος. Τα μαλλιά, κοντά και αραιά στο πάνω μέρος του κεφαλιού, αποδίδονται με σύντομες, σγουρές πινελιές που αφήνουν τον σκούρο προπλασμό να λάμπει από κάτω.

Στο μέτωπο τρεις τέσσερις λευκές γραμμές συνοψίζουν, με μια οικονομία λιτή, τις ρυτίδες ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας. Τα μάτια, βαθουλωμένα κάτω από πυκνά φρύδια, κοιτάζουν λοξά, χωρίς να συναντούν τον θεατή. Η μύτη, μακριά και λεπτή, ρίχνει μια αχνή σκιά πάνω στο πάνω χείλος.

Με γρήγορες πινελιές λευκού, σχεδόν νευρώδεις, πάνω σε σκούρο βάθος χτίζεται ο όγκος της γενειάδας, που κατεβαίνει σε μπούκλες ελισσόμενες αυστηρά ίσαμε το στήθος. Ένας βαθύς καστανοπόρφυρος χιτώνας διακρίνεται στο στήθος, πάνω στον οποίο πέφτει από τον δεξιό ώμο του προφήτη ένας γκριζοπράσινος μανδύας με πτυχές σκληρές και γωνιώδεις. Στον αριστερό ώμο, μια χρυσή ταινία με λευκές στιγμές, που θυμίζουν μαργαριτάρια ραμμένα σε ύφασμα, δηλώνει την άκρη του εσωτερικού ενδύματος.

Ο προφήτης Σοφονίας, γιος του Χουσί, έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ., επί βασιλείας Ιωσία, και το βιβλίο που φέρει το όνομά του προαναγγέλλει τόσο την καταστροφή όσο και τη σωτηρία της Ιερουσαλήμ. Στα εικονογραφικά προγράμματα των τρούλων συνοδεύεται συνήθως, όπως και εδώ, από τον προφήτη Ιεζεκιήλ, ο οποίος όμως δεν περιλαμβάνεται στο τμήμα της σύνθεσης που παρουσιάζεται εδώ.

Μεταβυζαντινή τέχνη στον τρούλο των Αγίων Τεσσαράκοντα

Ο Γεώργιος Μόσχος, μαζί με τον αδελφό του Δημήτριο, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους τοιχογράφους της Πελοποννήσου του πρώιμου 17ου αιώνα, με έργα που εκτείνονται από τη Ζάκυνθο και τον Πορετζό έως τη Χρύσαφα και την Καρυά. Ενεργός τουλάχιστον από το 1606 έως το 1638, ο νεότερος αδελφός δούλεψε συχνά μόνος, όπως και στο καθολικό των Αγίων Τεσσαράκοντα, όπου η τέχνη του συνδυάζει τη στιβαρή, γραμμική παράδοση της μεταβυζαντινής ζωγραφικής με μια εκφραστική, σχεδόν πρόχειρη γρηγοράδα στο πινέλο.

Η μονή είχε αναγνωριστεί σταυροπηγιακή ήδη πριν από το 1592, υπαγόμενη απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και λειτούργησε επί αιώνες ως ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Λακωνίας. Είναι χτισμένη ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση από πουρνάρια και κυπαρίσσια, με απόκρημνους βράχους να κλείνουν τον ορίζοντα σχεδόν πανταχόθεν, σε μια τοποθεσία που ούτε ο σεισμός του 1886 ούτε η πυρκαγιά του 1943 κατάφεραν τελικά να αλλοιώσουν ριζικά. Το 1879 μέρος της τοιχογραφίας του ναού επιζωγραφίστηκε από τον Κρητικό ιεροδιάκονο Γεώργιο Καλλιτεράκη, ο οποίος επενέβη κυρίως στα πρόσωπα των ιεραρχών και σε ορισμένους αγίους του κυρίως ναού. Η ζώνη των προφητών στον τρούλο, όπου βρίσκεται ο Σοφονίας, φαίνεται να διέσωσε σε μεγάλο βαθμό την αρχική, δεκαεπτού αιώνων, ζωγραφική επιφάνεια. Συστηματική συντήρηση των τοιχογραφιών πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1985 και 2004, υπό την εποπτεία της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων, χάρη στην οποία το σύνολο του διακόσμου διατηρείται σήμερα σε αξιοσημείωτη κατάσταση.

Λεπτομέρεια Τοιχογραφίας Προφήτη Σοφονία Με Γενειάδα Και Ρυτίδες Προσώπου
Λεπτομέρεια Της Τοιχογραφίας Του Προφήτη Σοφονία, Με Τις Λευκές Γραμμές Φωτισμού Στη Γενειάδα Και Τις Ρωγμές Του Επιχρίσματος Γύρω Από Το Φωτοστέφανο.

Λεπτομέρεια: το πρόσωπο του προφήτη

Σε μεγέθυνση, η επιφάνεια του επιχρίσματος αποκαλύπτει όσα η γενική θέαση κρύβει. Τα κάθετα ρωγμήματα πάνω από το μέτωπο διατρέχουν και τον χρυσωπό δίσκο του φωτοστεφάνου, ενώ μικρές απολεπίσεις χρώματος γύρω από το αυτί αφήνουν να διαφανεί, σε σημεία, το γκριζωπό υπόστρωμα του κονιάματος.

Η γενειάδα, από κοντά, αποκαλύπτει τη λογική της κατασκευής της. Κάτω από τις λευκές, σχεδόν μεταλλικές γραμμές φωτισμού, ο ζωγράφος είχε απλώσει ένα ενιαίο σκούρο καστανό στρώμα, πάνω στο οποίο δούλεψε ελεύθερα, χωρίς σχέδιο προκαθορισμένο για κάθε μπούκλα. Το αυτί, με το χαρακτηριστικό λευκό περίγραμμα που υπογραμμίζει τον χόνδρο του, στέκεται σχεδόν αποκομμένο από τα μαλλιά, μια λεπτομέρεια που ο ζωγράφος θέλησε προφανώς να ξεχωρίσει.

Στο βάθος των ματιών, όπου η μπογιά έχει σκουρύνει περισσότερο, διακρίνεται ακόμη ένα ίχνος βαθύ κόκκινου, υπόλειμμα ίσως μιας πρώτης, πιο ζωντανής απόχρωσης που ο χρόνος και ο καπνός των κεριών έχουν προλάβει να αμαυρώσουν.