
Τον μύθο της Αματεράσου, της θεάς του ήλιου που αποσύρεται σε ένα ουράνιο σπήλαιο και αφήνει τον κόσμο στο σκοτάδι, τον γνωρίζουμε κυρίως μέσα από κείμενα συνταγμένα στις αρχές του 8ου αιώνα στο περιβάλλον της ιαπωνικής αυτοκρατορικής αυλής. Στις αφηγήσεις αυτές, που συγκέντρωσαν παλαιότερες παραδόσεις και γενεαλογίες, η Αματεράσου Ομικάμι κατέχει κεντρική θέση ως θεϊκή πρόγονος του αυτοκρατορικού οίκου. Η απόκρυψή της στο Αμα-νο-Ιουάτο, την «ουράνια βράχινη πόρτα», απειλεί την ίδια τη συνέχεια της ζωής, ενώ γύρω από την προσπάθεια επιστροφής της συγκεντρώνονται θεότητες που συνδέονται με τις τελετουργικές υπηρεσίες της αυλής.
Οι πηγές του μύθου και οι παραλλαγές τους
Στο Κοτζίκι, τα «Χρονικά των αρχαίων πραγμάτων», που παρουσιάστηκε στην αυλή το 712 από τον Ο-νο-Γιασουμάρο, το επεισόδιο εντάσσεται σε μια συνεχή μυθολογική αφήγηση. Το Νιχόν σόκι, τα «Χρονικά της Ιαπωνίας», ολοκληρώθηκε το 720 υπό την εποπτεία του πρίγκιπα Τονέρι και είναι γραμμένο κυρίως σε κλασική κινεζική γλώσσα· στις ενότητές του για την εποχή των θεών παραθέτει, μαζί με το κύριο κείμενο, διαφορετικές εκδοχές που εισάγονται ως «άλλες γραφές». Σύμφωνα με την παρουσίαση των δύο έργων από το Πανεπιστήμιο Κοκουγκακούιν, η διατήρηση των παραδόσεων συνδέεται στενά με την καταγραφή της αυτοκρατορικής καταγωγής, αν και τα δύο κείμενα διαφέρουν ως προς τον χαρακτήρα και τη σύνθεσή τους.
Μεταγενέστερο είναι το Κογκοσούι του 807, έργο του Ίνμπε-νο-Χιρονάρι, το οποίο διασώζει πρόσθετες παραδόσεις για τις αυλικές τελετές και προβάλλει τη συμβολή του γένους των Ίνμπε. Η διεκδίκηση των τελετουργικών του αρμοδιοτήτων, απέναντι στην ισχυρή παρουσία των Νακατόμι, διαπερνά το έργο, χωρίς να εξαντλεί το περιεχόμενό του. Για την αφήγηση που ακολουθεί βάση αποτελεί το Κοτζίκι, με αναφορά στις αποκλίσεις του Νιχόν σόκι όπου αλλάζει ουσιαστικά η εξέλιξη του επεισοδίου.
Από την αναμέτρηση των δύο αδελφών στη νύχτα χωρίς τέλος
Ο Σουσανόο, αδελφός της Αματεράσου, ανεβαίνει στην Τακαμαγκαχάρα, την Πεδιάδα του Υψηλού Ουρανού, για να την αποχαιρετήσει πριν από την αναχώρησή του. Συχνά αποκαλείται θεός των καταιγίδων, όμως η φυσιογνωμία του στις αρχαίες πηγές είναι συνθετότερη: στο Κοτζίκι ο Ιζανάγκι τού έχει αναθέσει τη θαλάσσια επικράτεια, ενώ η ερμηνευτική παράδοση τον συσχετίζει και με τον άνεμο και τη βροχή.
Υποψιασμένη ότι ο αδελφός της έρχεται να καταλάβει την επικράτειά της, η Αματεράσου τον υποδέχεται οπλισμένη. Ακολουθεί η ουκέι, μια τελετουργική δοκιμασία κατά την οποία οι δύο θεότητες γεννούν άλλες θεότητες από τα αντικείμενα που ανταλλάσσουν, ώστε να διαπιστωθεί η ειλικρίνεια των προθέσεών του. Ο Σουσανόο ανακηρύσσει τον εαυτό του νικητή και, παρασυρμένος από την επιτυχία του, καταστρέφει τα χωρίσματα των ορυζώνων της αδελφής του, φράζει τα αρδευτικά αυλάκια και μολύνει με περιττώματα την αίθουσα όπου εκείνη τελεί το γεύμα των πρώτων καρπών.
Τις πράξεις αυτές η Αματεράσου αρχικά τις δικαιολογεί, υποστηρίζοντας ότι οι ακαθαρσίες πρέπει να είναι εμετός από το πολύ ποτό και ότι η καταστροφή των χωρισμάτων ίσως αποσκοπούσε στην καλύτερη αξιοποίηση της γης. Η ανοχή της, ωστόσο, ακολουθείται από νέα βιαιότητα μέσα στον χώρο της ιερής ύφανσης. Ενώ ετοιμάζονται τα ενδύματα των θεών, ο Σουσανόο ανοίγει μια τρύπα στη στέγη και ρίχνει από εκεί ένα παρδαλό ουράνιο άλογο, γδαρμένο με αντίστροφο τρόπο· τρομαγμένη, μια υφάντρια τραυματίζεται θανάσιμα στα γεννητικά της όργανα με τη σαΐτα του αργαλειού.
Στο κύριο κείμενο του Νιχόν σόκι τραυματίζεται με τη σαΐτα η ίδια η Αματεράσου, ενώ σε άλλη εκδοχή πεθαίνει η θεά Ουακαχιρούμε. Αυτές οι μετατοπίσεις του προσώπου που υφίσταται τη βία έχουν σημασία για την ερμηνεία της ιστορίας, όπως και το ασυνήθιστο «ανάποδο γδάρσιμο» του αλόγου, στο οποίο αφιέρωσε ειδική μελέτη η Νέλλυ Νάουμαν.
Τρομοκρατημένη από όσα συμβαίνουν, στην εκδοχή του Κοτζίκι η Αματεράσου κλείνεται στο Ουράνιο Βραχώδες Σπήλαιο. Σκοτεινιάζει τότε ο ουρανός και μαζί του η Κεντρική Χώρα των Καλαμιώνων, ο επίγειος κόσμος της αφήγησης, ενώ η νύχτα παρατείνεται χωρίς διακοπή. Οι φωνές των αναρίθμητων θεοτήτων παρομοιάζονται με το βουητό των μυγών του πέμπτου σεληνιακού μήνα και παντού εμφανίζονται συμφορές.
Η σύσκεψη των θεών και ο καθρέφτης
Μπροστά στην απουσία του ήλιου, οι θεότητες συγκεντρώνονται στην κοίτη του ουράνιου ποταμού Αμε-νο-Γιάσου και αναθέτουν στον Ομοϊκάνε να επινοήσει έναν τρόπο για να βγει η Αματεράσου από το σπήλαιο. Το Κοτζίκι μιλά για «οκτακόσιες μυριάδες θεών», αριθμό που αντιστοιχεί κατά γράμμα σε οκτώ εκατομμύρια· η έκφραση γιαογιορόζου νο κάμι δηλώνει συμβατικά το αναρίθμητο πλήθος των θεοτήτων.
Από τη σύσκεψη προκύπτει μια προετοιμασία με πολλές επιμέρους εργασίες. Συγκεντρώνονται τα «πουλιά της μακριάς κραυγής», που συνήθως αναγνωρίζονται ως πετεινοί, καλείται ο μεταλλουργός Αματσουμάρα και ανατίθεται στην Ισικοριντόμε η κατασκευή ενός καθρέφτη. Ο Ταμανόγια ετοιμάζει αρμαθιές από μαγκατάμα, καμπύλες χάντρες με χαρακτηριστικό σχήμα κόμματος, οι οποίες θα συνδεθούν στην αφήγηση και με τα αυτοκρατορικά διακριτικά.
Οι Αμε-νο-Κογιάνε και Φουτοντάμα, θεϊκοί πρόγονοι των Νακατόμι και των Ίνμπε αντίστοιχα, προχωρούν σε μαντεία με ωμοπλάτη ελαφιού. Ένα σακάκι, το αειθαλές δέντρο που χρησιμοποιείται στη σιντοϊστική λατρεία, ξεριζώνεται από το ουράνιο όρος Καγκού και στολίζεται με τις χάντρες στα ψηλότερα κλαδιά, τον καθρέφτη στα μεσαία και υφασμάτινες προσφορές χαμηλότερα. Ο Φουτοντάμα κρατά τις προσφορές, ο Αμε-νο-Κογιάνε απαγγέλλει τελετουργικά λόγια και δίπλα στην είσοδο περιμένει κρυμμένος ο Αμε-νο-Τατζικαράο, έτοιμος να επέμβει μόλις ανοίξει η πόρτα.
Ο χορός της Αμε-νο-Ουζούμε
Μπροστά στο σπήλαιο η Αμε-νο-Ουζούμε αναποδογυρίζει ένα ξύλινο δοχείο και χορεύει πατώντας επάνω του, ώστε τα χτυπήματα των ποδιών της να αντηχούν. Φέρει φυτικά στολίδια και κρατά φύλλα μπαμπού, ενώ η συμπεριφορά της περιγράφεται ως εκδήλωση θείας κατοχής· γυμνώνει το στήθος της και χαμηλώνει το δέσιμο του ενδύματός της, προκαλώντας το γέλιο των συγκεντρωμένων θεών. Η σκηνή αποκτά τη δύναμή της και από αυτή την αναντιστοιχία: έξω ακούγεται γιορτή, ενώ μέσα στο σπήλαιο η Αματεράσου περιμένει να επικρατούν μόνο οι συνέπειες της απουσίας της.
Ανοίγοντας λίγο την πόρτα, ρωτά γιατί διασκεδάζει η Ουζούμε και γιατί γελούν οι θεοί, αφού ο κόσμος έχει μείνει χωρίς το φως της. Η χορεύτρια απαντά ότι εμφανίστηκε μια θεότητα λαμπρότερη από εκείνη, και την ώρα αυτή οι Αμε-νο-Κογιάνε και Φουτοντάμα προβάλλουν τον καθρέφτη μπροστά στην είσοδο. Όλο και πιο απορημένη, η Αματεράσου πλησιάζει για να κοιτάξει· το κείμενο επιτρέπει να συνδέσουμε την υποτιθέμενη νέα θεότητα με την αντανάκλασή της, χωρίς να περιγράφει αναλυτικά τι ακριβώς σκέφτεται καθώς βλέπει τον καθρέφτη.
Τότε ο Τατζικαράο την πιάνει από το χέρι και την τραβά έξω. Πίσω της ο Φουτοντάμα απλώνει ένα ιερό σχοινί και ορίζει ότι δεν πρέπει να επιστρέψει στο εσωτερικό, ενώ το φως επανέρχεται στον ουρανό και στη γη.
Η μεταγενέστερη λατρευτική παράδοση συνδέει την Ουζούμε με τις παραστατικές τέχνες. Στο λήμμα της Εγκυκλοπαίδειας του Σιντοϊσμού επισημαίνεται επίσης ότι το Κογκοσούι θεωρεί τη συμπεριφορά της μπροστά στο σπήλαιο αφετηρία του Τσινκόνσαϊ, της τελετής κατευνασμού και ενίσχυσης της ψυχής, με την οποία συνδεόταν το γένος των Σαρούμε, που την αναγνώριζε ως πρόγονό του.
Για τον Σουσανόο ακολουθεί η επιβολή ποινής από τη συνέλευση των θεών. Του απαιτούν εξιλαστήριες προσφορές, που αποδίδονται ως «χίλια τραπέζια», του κόβουν τα γένια, του αφαιρούν τα νύχια των χεριών και των ποδιών και τον εξορίζουν από τον ουρανό. Αργότερα η αφήγηση θα τον οδηγήσει στο Ιζούμο, όπου θα σκοτώσει τον οκτακέφαλο όφι Γιαμάτα-νο-Ορότσι και θα παντρευτεί την Κουσιναντάχιμε.
Έκλειψη, ηλιοστάσιο ή τελετουργία;
Η εξαφάνιση και η επιστροφή του ήλιου έχουν οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες, ανάλογα με το αν η έμφαση δίνεται στα φυσικά φαινόμενα ή στη λατρευτική ζωή. Ο καθηγητής Μασαχίρο Τανιγκούτσι παρουσιάζει την υπόθεση της ηλιακής έκλειψης και τη συγκρίνει με αφηγήσεις της Νοτιοανατολικής Ασίας, στις οποίες ένα νεότερο αδέλφι μεταμορφώνεται σε τέρας και καταπίνει τα ουράνια σώματα. Στην ιαπωνική ιστορία η επιθετικότητα του νεότερου αδελφού προκαλεί επίσης την εξαφάνιση του ηλιακού φωτός, αν και η εξέλιξη του επεισοδίου είναι διαφορετική.
Άλλη ανάγνωση συνδέει την απόσυρση της Αματεράσου με το χειμερινό ηλιοστάσιο, όταν η διάρκεια της ημέρας φτάνει στο ελάχιστο και στη συνέχεια αρχίζει να αυξάνεται. Η επιστροφή της θεάς προσφέρεται έτσι για μια ερμηνεία ανανέωσης της ηλιακής δύναμης, ιδιαίτερα όταν εξετάζεται μαζί με αυλικές τελετές όπως το Τσινκόνσαϊ και το Νταϊτζόσαϊ, τη μεγάλη τελετή προσφοράς της νέας σοδειάς που συνδέεται με την ανάληψη της εξουσίας από έναν αυτοκράτορα.
Οι αντιστοιχίες ανάμεσα στη μυθική προετοιμασία και στις τελετουργικές αρμοδιότητες των αυλικών γενών είναι πολλές. Η κατασκευή του καθρέφτη, τα υφάσματα των προσφορών και η απαγγελία τελετουργικών λόγων αποκτούν συγκεκριμένους φορείς μέσα στην αφήγηση, οι οποίοι αναγνωρίζονται ως πρόγονοι οικογενειών με αντίστοιχα καθήκοντα. Παραμένει όμως ανοιχτό το ερώτημα αν ο μύθος διαμορφώθηκε για να εξηγήσει ήδη υπάρχουσες τελετές ή αν ορισμένες τελετουργικές πράξεις αναπτύχθηκαν μέσα από την πρόσληψή του.
Ο καθρέφτης μετά το σπήλαιο
Τον καθρέφτη η Αματεράσου τον παραδίδει αργότερα στον εγγονό της Νινίγκι, όταν εκείνος στέλνεται να κυβερνήσει τον επίγειο κόσμο. Μαζί του δίνονται οι χάντρες και το ξίφος που είχε βρει ο Σουσανόο στο σώμα του Γιαμάτα-νο-Ορότσι, ενώ η θεά ζητά ο καθρέφτης να τιμάται σαν να είναι παρούσα η ίδια. Στο Κοτζίκι η μεταβίβαση αυτών των αντικειμένων συνδέει άμεσα το επεισόδιο του σπηλαίου με τη θεϊκή καταγωγή της αυτοκρατορικής εξουσίας.
Ο Γιάτα-νο-Κάγκαμι, όπως ονομάζεται ο ιερός καθρέφτης, συνδέεται με το Εσωτερικό Ιερό της Ίσε, όπου λατρεύεται η Αματεράσου. Κατά την παράδοση που διατηρεί το ίδιο το ιερό, η απομάκρυνσή του από το αυτοκρατορικό ανάκτορο άρχισε επί του αυτοκράτορα Σουτζίν και η εγκατάσταση της λατρείας στην Ίσε τοποθετείται επί του Σουινίν, ύστερα από την αναζήτηση κατάλληλου τόπου από την πριγκίπισσα Γιαματοχίμε. Πρόκειται για την ιερή ιστορία της λατρείας, της οποίας οι πρώιμες χρονολογήσεις ανήκουν στην παραδοσιακή αυτοκρατορική αφήγηση.
Δύο κόσμοι σε ένα ζεύγος ειλητών του Κόνο Μπαϊρέι
Ο Κόνο Μπαϊρέι (1844–1895), ζωγράφος του Κιότο με μαθητεία στις παραδόσεις Μαρουγιάμα και Σιτζό, συμμετείχε στην ίδρυση της Νομαρχιακής Σχολής Ζωγραφικής του Κιότο, η οποία άνοιξε το 1880 ως η πρώτη δημόσια σχολή της Ιαπωνίας ειδικευμένη στη ζωγραφική. Στο ζεύγος κρεμαστών ειλητών του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης αντιπαραθέτει το επεισόδιο της Αματεράσου με την παρινιρβάνα του ιστορικού Βούδα. Το έργο, με μελάνι, χρώμα και χρυσό σε μετάξι, χρονολογείται στα τέλη του 19ου αιώνα, στην περίοδο Μέιτζι, όταν η κρατική πολιτική προωθούσε τον θεσμικό διαχωρισμό του σιντοϊσμού από τον βουδισμό.
Από το δεξί ειλητό αρχίζει η ανάγνωση του ζεύγους. Σε ανοιχτούς γαιώδεις και γκριζωπούς τόνους, ένας απόκρημνος βραχώδης όγκος ορίζει τον χώρο στα δεξιά, ενώ χαμηλότερα συγκεντρώνονται μορφές καθισμένες στο έδαφος, αρκετές με ψηλούς σκούρους πίλους. Κοντά στο κέντρο της συνάθροισης η Ουζούμε χορεύει επάνω στο αναποδογυρισμένο ξύλινο δοχείο, με τα ανοιχτόχρωμα μανίκια της να ξεχωρίζουν από το βάθος· δίπλα διακρίνονται ένας πετεινός και αναμμένη φωτιά, από την οποία ανεβαίνει καπνός μπροστά στον βράχο.
Στο αριστερό ειλητό το σκοτεινό πεδίο καλύπτεται από λεπτές χρυσές γραμμές. Ο Βούδας ανακλίνεται σε υπερυψωμένη κλίνη ανάμεσα σε ψηλά δέντρα και γύρω του συνωστίζονται οι θρηνούντες, ενώ προς το κάτω άκρο απλώνονται ζώα και πουλιά. Ψηλά, πάνω από τις συστάδες των δέντρων, διακρίνονται ο σεληνιακός δίσκος και μορφές μέσα σε σύννεφα, σε μια σύνθεση που διατηρεί την κατακόρυφη ανάπτυξή της ακόμη και εκεί όπου το πλήθος πυκνώνει γύρω από την κλίνη.
Την αντιπαράθεση των δύο παραστάσεων τη στηρίζει και η διαφορετική χρήση του φωτός. Στη σκηνή του σπηλαίου το ανοιχτόχρωμο τοπίο αφήνει τις μορφές να ξεχωρίσουν με μικρές χρωματικές μεταβολές, ενώ στην παρινιρβάνα η χρυσή γραφή αναδύεται από το μαύρο υπόβαθρο, ιδιαίτερα στα φυλλώματα και στα περιγράμματα των ζώων χαμηλά.