Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς: η ζωή, η πολιτική και η εικόνα του στις αρχαίες πηγές

Μαρμάρινη προτομή του Περικλή με κορινθιακό κράνος και την επιγραφή ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΞΑΝΘΙΠΠΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Προτομή του Περικλή με κορινθιακό κράνος και την επιγραφή «ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΞΑΝΘΙΠΠΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΣ». Ρωμαϊκό μαρμάρινο αντίγραφο ελληνικού πρωτοτύπου περ. 430 π.Χ., που αποδίδεται στον Κρησίλα. Μουσεία Βατικανού, Museo Pio-Clementino, Αίθουσα των Μουσών, αρ. ευρ. 269. Φωτογραφία: Jastrow (2006), Wikimedia Commons, κοινό κτήμα.

Η αθηναϊκή πολιτεία τον ονόμαζε επίσημα «Περικλής Ξανθίππου Χολαργεύς». Η ονομασία είχε τρία μέρη: το προσωπικό όνομα, το πατρώνυμο και το δημοτικό, το όνομα δηλαδή του δήμου, της μικρής διοικητικής κοινότητας της Αττικής στην οποία εγγραφόταν ο πολίτης με την ενηλικίωσή του και μέσα από την οποία μετείχε στη φυλή, στο στράτευμα και στα αξιώματα, όπως το είχε ορίσει η μεταρρύθμιση του Κλεισθένη. Με αυτή την ονομασία ήταν γνωστός ο άνθρωπος που έμελλε να δώσει το όνομά του σε μια ολόκληρη εποχή. Η τριμερής αυτή ονομασία λέει περισσότερα απ’ όσα αφήνει να φανεί, γιατί εντάσσει τον Περικλή εξαρχής στο σύστημα που ο ίδιος θα υπηρετούσε και θα μετασχημάτιζε. Η επιγραφή της ρωμαϊκής ερμαϊκής στήλης του Βατικανού, πάλι, χαράσσει στη θέση του δημοτικού το εθνικό ΑΘΗΝΑΙΟΣ και δείχνει πώς ο Χολαργεύς πολιτικός έγινε για τους μεταγενέστερους σύμβολο της ίδιας της Αθήνας. Ο Χολαργός ανήκε στη φυλή Ακαμαντίδα. Το όνομά του επιβιώνει σήμερα σε δήμο των ανατολικών προαστίων της πρωτεύουσας, η ακριβής θέση όμως του αρχαίου δήμου δεν έχει ταυτιστεί με βεβαιότητα.

Αλκμεωνίδης από τη μητέρα, γιος του νικητή της Μυκάλης

Κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν σημειώνει το έτος της γέννησής του, που υπολογίζεται γύρω στο 495 π.Χ. από όσα γνωρίζουμε για την ηλικία και τη σταδιοδρομία του. Πατέρας του ήταν ο Ξάνθιππος, πολιτικός που εξοστρακίστηκε το 484, επέστρεψε με τη γενική ανάκληση των εξορίστων πριν από τη Σαλαμίνα και ηγήθηκε των Αθηναίων στη νίκη της Μυκάλης το 479. Μητέρα του ήταν η Αγαρίστη, ανιψιά του Κλεισθένη, από το γένος των Αλκμεωνιδών. Η οικογένεια αυτή είχε συνδέσει το όνομά της με την πτώση των Πεισιστρατιδών, αλλά και με ένα παλαιό άγος, την ιερόσυλη σφαγή των οπαδών του Κύλωνα τον 7ο αιώνα. Το άγος αυτό, να το σημειώσουμε από τώρα, δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Οι Σπαρτιάτες θα το επικαλεστούν το 432, ζητώντας από τους Αθηναίους να διώξουν τον Περικλή ως μιαρό, όπως διηγείται ο Θουκυδίδης. Ο Ηρόδοτος, γράφοντας λίγες δεκαετίες αργότερα, αναφέρει ότι η Αγαρίστη ονειρεύτηκε πως γέννησε λιοντάρι και λίγες μέρες μετά έφερε στον κόσμο τον Περικλή. Δεν σχολιάζει το όνειρο, που οι νεότεροι ερμηνευτές διαβάζουν άλλοτε ως έπαινο και άλλοτε ως υπαινιγμό για την υπερβολική δύναμη ενός ανθρώπου μέσα σε δημοκρατία.

Για την παιδεία του οι πληροφορίες προέρχονται κυρίως από τον Πλούταρχο. Αυτός κατονομάζει τον μουσικό Δάμωνα, στον οποίο αποδίδει ρόλο πολιτικού συμβούλου, τον Ζήνωνα τον Ελεάτη και προπάντων τον Αναξαγόρα από τις Κλαζομενές, τον φιλόσοφο που δίδασκε ότι ο νους κινεί τον κόσμο. Από τον Αναξαγόρα ο Περικλής θα είχε μάθει, κατά την παράδοση, τη μεγαλοπρέπεια του λόγου και την περιφρόνηση των δεισιδαιμονιών. Η εικόνα του φιλόσοφου πολιτικού οφείλει ασφαλώς πολλά σε μεταγενέστερες σχολές και ήδη στον Πλάτωνα. Η πρώτη όμως δημόσια εμφάνιση του νέου Αλκμεωνίδη είναι επιγραφικά βέβαιη: το 472 χρηματοδότησε ως χορηγός την παράσταση των Περσών του Αισχύλου, μιας τραγωδίας για τη Σαλαμίνα, όπου είχε πολεμήσει και ο πατέρας του.

Από την πτώση του Αρείου Πάγου στη μακρά πρωτοκαθεδρία

Στην πολιτική σκηνή εμφανίζεται το 463, ανάμεσα στους κατηγόρους του Κίμωνα. Ο Κίμων, ο ισχυρότερος τότε Αθηναίος, δικάστηκε για δωροδοκία μετά την εκστρατεία της Θάσου και αθωώθηκε. Αμέσως μετά, το 462/1, ο Περικλής βρίσκεται στο περιβάλλον του Εφιάλτη, του πολιτικού που αφαίρεσε από τον Άρειο Πάγο, το συμβούλιο των πρώην αρχόντων, τις περισσότερες πολιτικές του αρμοδιότητες, για να τις μεταβιβάσει στη Βουλή των Πεντακοσίων, στην Εκκλησία του Δήμου και στα λαϊκά δικαστήρια. Ο Εφιάλτης δολοφονήθηκε λίγο αργότερα, και ο Περικλής βρέθηκε επικεφαλής μιας παράταξης που στήριζε τη δύναμή της στον λαό της πόλεως και του στόλου. Με το όνομά του συνδέουν οι πηγές τρία μέτρα που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της αθηναϊκής δημοκρατίας:

  1. Ο μισθός των ηλιαστών. Ήταν αποζημίωση για όσους κάθονταν στα λαϊκά δικαστήρια και επέτρεψε και στους φτωχούς να ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Η Αθηναίων Πολιτεία της αριστοτελικής σχολής τον παρουσιάζει ως αντίβαρο στις ιδιωτικές γενναιοδωρίες του πλούσιου Κίμωνα.
  2. Ο νόμος του 451/0. Σύμφωνα με αυτόν, πολίτης ήταν μόνο όποιος γεννιόταν από δύο Αθηναίους γονείς.
  3. Η μεταφορά του ταμείου της Δηλιακής Συμμαχίας. Το ταμείο μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα, το 454/3 κατά πάσα πιθανότητα. Η πράξη αυτή επισφράγισε τη σταδιακή μετατροπή μιας συμμαχίας θεωρητικά ισότιμων πόλεων σε αθηναϊκή ηγεμονία.

Ο σημαντικότερος αντίπαλός του τα χρόνια αυτά ήταν ο Θουκυδίδης του Μελησία, συγγενής του Κίμωνα και όχι ο ιστορικός. Ο Θουκυδίδης αυτός κατήγγελλε τη χρήση των συμμαχικών χρημάτων για τη διακόσμηση της Αθήνας και εξοστρακίστηκε γύρω στο 443. Από τότε, γράφει ο Πλούταρχος, ο Περικλής εκλεγόταν στρατηγός κάθε χρόνο, δεκαπέντε συνεχόμενα έτη. Πρέπει όμως να διευκρινιστεί τι σήμαινε το αξίωμα. Ο στρατηγός ήταν ένας από τους δέκα αιρετούς στρατιωτικούς αξιωματούχους της πόλεως, χωρίς καμία θεσμική υπεροχή απέναντι στους συναδέλφους του. Λογοδοτούσε και μπορούσε να καθαιρεθεί. Η εξουσία του Περικλή στηριζόταν στην ικανότητά του να πείθει την Εκκλησία του Δήμου. Γι’ αυτό η περίφημη κρίση του Θουκυδίδη, ότι η Αθήνα της εποχής ήταν «λόγῳ μὲν δημοκρατία, ἔργῳ δὲ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή», περιγράφει μια πολιτική επιρροή και όχι κάποιο αξίωμα, ούτε βέβαια τυραννίδα.

Το ταμείο της συμμαχίας και τα έργα της Ακρόπολης

Δύο ειρήνες συνδέονται με την περίοδο του οικοδομικού προγράμματος. Η πρώτη ήταν η ειρήνη με την Περσία, που οι πηγές συνδέουν με την πρεσβεία του Καλλία το 449 και της οποίας η ιστορικότητα συζητείται ακόμη. Η δεύτερη ήταν η Τριακονταετής Ειρήνη με τη Σπάρτη το 446/5, που ακολούθησε την ανταρσία της Εύβοιας και την απώλεια των Μεγάρων. Στα χρόνια αυτά ο Περικλής στράφηκε στην οικοδόμηση της πόλεως με ένα πρόγραμμα που δεν είχε προηγούμενο στον ελληνικό κόσμο. Ο Παρθενώνας άρχισε να χτίζεται το 447 από τους αρχιτέκτονες Ικτίνο και Καλλικράτη, ενώ ο γλυπτικός του διάκοσμος ολοκληρώθηκε γύρω στο 432. Τα Προπύλαια του Μνησικλή χτίστηκαν από το 437 ώς το 432, χωρίς να τελειώσουν ποτέ. Στη νότια κλιτύ υψώθηκε το Ωδείο, το στεγασμένο οικοδόμημα των μουσικών αγώνων. Την εποπτεία του συνόλου είχε, κατά τον Πλούταρχο, ο γλύπτης Φειδίας, φίλος του Περικλή. Το Ερέχθειο και ο ναός της Αθηνάς Νίκης ανήκουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στα χρόνια μετά τον θάνατό του. Αυτό δεν εμποδίζει τον κατάλογο της UNESCO να αποδίδει το σύνολο των μνημείων του 5ου αιώνα στα φιλόδοξα σχέδια του Αθηναίου πολιτικού.

Τα έργα αυτά πληρώθηκαν σε μεγάλο μέρος από τις εισφορές των συμμάχων. Οι αντίπαλοι του Περικλή, πάντα κατά τον Πλούταρχο, τον κατηγορούσαν ότι στόλιζε την πόλη σαν ματαιόδοξη γυναίκα με τα χρήματα της Ελλάδας, που είχαν συγκεντρωθεί για τον πόλεμο κατά των Περσών. Εκείνος απαντούσε ότι οι Αθηναίοι οφείλουν στους συμμάχους μόνο την προστασία τους. Ο ίδιος βιογράφος εξηγεί ότι ο Περικλής ήθελε να εξασφαλίσει εργασία και μισθό στο πλήθος των τεχνιτών που δεν υπηρετούσε στον στόλο. Η εξήγηση μοιάζει λογική, ίσως όμως αποδίδει σε πολιτικό του 5ου αιώνα σκέψεις μιας πολύ μεταγενέστερης εποχής. Η ηγεμονία είχε άλλωστε και την άλλη όψη της. Υπήρχαν οι κληρουχίες, δηλαδή οι εγκαταστάσεις Αθηναίων πολιτών σε συμμαχικά εδάφη, στη Χερσόνησο της Θράκης, στη Νάξο και στην Άνδρο. Υπήρχαν οι αποικίες των Θουρίων στην Κάτω Ιταλία και της Αμφίπολης στη Θράκη. Υπήρχε και η σκληρή καταστολή της αποστασίας της Σάμου το 440-439, ύστερα από μακρά πολιορκία που διηύθυνε ο ίδιος ο Περικλής.

Ο ιδιωτικός βίος και οι δίκες των φίλων

Ο πρώτος του γάμος ήταν με μια συγγενή του που είχε προηγουμένως παντρευτεί τον πλούσιο Ιππόνικο. Από αυτόν απέκτησε δύο γιους, τον Ξάνθιππο και τον Πάραλο, και χώρισε, όπως γράφει ο Πλούταρχος, με τη συναίνεσή της. Ακολούθησε η συμβίωση με την Ασπασία από τη Μίλητο, γυναίκα μορφωμένη και αγαπημένο στόχο των κωμικών ποιητών. Ως μη Αθηναία, η Ασπασία δεν μπορούσε, βάσει του νόμου του ίδιου του Περικλή, να του χαρίσει τέκνα με δικαίωμα στην αθηναϊκή πολιτεία. Ο γιος τους, ο Περικλής ο νεότερος, θα αποκτήσει την αθηναϊκή ιδιότητα μόνο με ειδική απόφαση του δήμου, όταν ο πατέρας του θα έχει χάσει τους γιους του πρώτου γάμου.

Στα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο ο Πλούταρχος τοποθετεί μια σειρά δικών εναντίον του περιβάλλοντος του Περικλή. Ο Φειδίας κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση υλικών του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς. Η Ασπασία δικάστηκε για ασέβεια, με κατήγορο τον κωμικό ποιητή Έρμιππο. Ο Αναξαγόρας διώχθηκε με βάση ψήφισμα του μάντη Διοπείθη κατά όσων δεν πίστευαν στους θεούς. Οι ιστορικοί διχάζονται για το πόσο ιστορικές είναι αυτές οι διηγήσεις. Δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό αντλούν από την κωμωδία ή από τα φυλλάδια του Στησιμβρότου του Θασίου, σύγχρονου αλλά εχθρικού προς τον Περικλή συγγραφέα. Ούτε είναι βέβαιο πότε ακριβώς θα πρέπει να χρονολογηθούν. Καμία απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιη.

Ο πόλεμος, ο Επιτάφιος και ο λοιμός

Ο Θουκυδίδης θεωρούσε τη σύγκρουση με τη Σπάρτη αναπόφευκτη, εξαιτίας του φόβου που προκαλούσε η αθηναϊκή δύναμη. Ο πόλεμος ξεκίνησε το 431. Πριν από αυτό η Αθήνα είχε αποκλείσει τους Μεγαρείς από τα λιμάνια της ηγεμονίας και από την αθηναϊκή αγορά με το λεγόμενο Μεγαρικό ψήφισμα, και ο Περικλής είχε πείσει την Εκκλησία να απορρίψει τα σπαρτιατικά τελεσίγραφα. Η στρατηγική του ήταν απλή στη σύλληψη και σκληρή στην εφαρμογή. Οι κάτοικοι της υπαίθρου θα κλείνονταν πίσω από τα τείχη που ένωναν την πόλη με τον Πειραιά, και οι αγροί θα εγκαταλείπονταν στις επιδρομές. Η Αθήνα δεν θα δεχόταν μάχη στην ξηρά, θα στηριζόταν στον στόλο και στα έσοδα της ηγεμονίας και δεν θα επιχειρούσε νέες κατακτήσεις όσο διαρκούσε ο πόλεμος.

Τον χειμώνα του 431/0 ο Περικλής εκφώνησε τον επιτάφιο λόγο για τους πρώτους νεκρούς του πολέμου. Το κείμενο το κατέγραψε ο Θουκυδίδης στο δεύτερο βιβλίο της ιστορίας του. Ιδίως από τον 19ο αιώνα και ύστερα, έγινε το πιο γνωστό εγκώμιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, του πολιτεύματος όπου η εξουσία ανήκει στους πολλούς, οι νόμοι προστατεύουν όλους εξίσου και η αξία προηγείται της καταγωγής. Ο ίδιος όμως ο Θουκυδίδης προειδοποιεί, στην αρχή του έργου του, ότι οι λόγοι που παραθέτει αποδίδουν τη γενική σκέψη των ομιλητών και όχι τα ακριβή τους λόγια. Επομένως ο Επιτάφιος του Περικλή είναι εν μέρει και Επιτάφιος του Θουκυδίδη, γραμμένος από άνθρωπο που γνώριζε ήδη την έκβαση του πολέμου. Ο Γερμανός ζωγράφος Philipp Foltz ζωγράφισε έναν ρομαντικό Περικλή, με κορινθιακό κράνος και λευκό ιμάτιο, μπροστά στην ολοκληρωμένη Ακρόπολη. Φωτογραφική αναπαραγωγή του πίνακα περιλαμβάνεται σε λεύκωμα αφιερωμένο στο Maximilianeum του Μονάχου. Το έργο φανερώνει πόσο ο λόγος αυτός είχε γίνει πια μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής φαντασίας.

Ο Περικλής εκφωνεί τον Επιτάφιο λόγο μπροστά σε πλήθος Αθηναίων με φόντο την Ακρόπολη, φωτογραφία πίνακα του Philipp Foltz
Ο Περικλής εκφωνεί τον Επιτάφιο λόγο. Φωτογραφική αναπαραγωγή του έργου του Philipp Foltz «Das Zeitalter des Pericles», ανώνυμος φωτογράφος, περ. 1875-1880. Αλβουμινοτυπία, 9,8 × 12 εκ. Rijksmuseum, Άμστερνταμ, RP-F-2001-7-864-5. Περικομμένη ψηφιακή αναπαραγωγή, Wikimedia Commons, CC0 1.0.

Το καλοκαίρι του 430 ξέσπασε στη συνωστισμένη πόλη ο λοιμός, μια επιδημία που η σύγχρονη έρευνα δεν έχει ταυτίσει με βεβαιότητα με κάποια γνωστή νόσο. Οι Αθηναίοι, οργισμένοι, του αφαίρεσαν τη στρατηγία και τον τιμώρησαν με πρόστιμο. Λίγο αργότερα τον εξέλεξαν ξανά στρατηγό. Στο μεταξύ η επιδημία του είχε πάρει την αδελφή του και τους δύο γιους του. Ο Πλούταρχος διηγείται ότι ο Περικλής, που ώς τότε δεν είχε δακρύσει δημόσια, ξέσπασε σε κλάματα όταν απέθεσε το στεφάνι στο σώμα του Πάραλου. Πέθανε το φθινόπωρο του 429, δυόμισι χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου κατά τον Θουκυδίδη, ύστερα από μακρόσυρτη αρρώστια. Στους φίλους που απαριθμούσαν τα τρόπαιά του φέρεται να απάντησε ότι αυτά οφείλονταν και στην τύχη. Μεγαλύτερο έπαινο θεωρούσε το ότι κανένας Αθηναίος δεν φόρεσε πένθος εξαιτίας του.

Ανάμεσα στον Θουκυδίδη και στην κωμωδία: ο Περικλής των πηγών

Ο Περικλής δεν άφησε γραπτά, και η εικόνα του συντίθεται από μαρτυρίες που δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ο Θουκυδίδης, σύγχρονός του και θαυμαστής του, έγραψε την τελική του κρίση μετά την ήττα του 404. Ήθελε να αντιπαραβάλει τη συνετή ηγεσία του Περικλή με τους διαδόχους του, που κατά τη γνώμη του κολάκευαν τον δήμο και οδήγησαν την πόλη σε ολέθριες περιπέτειες, όπως η εκστρατεία της Σικελίας. Οι κωμικοί ποιητές της εποχής, ο Κρατίνος, ο Τηλεκλείδης, ο Έρμιππος και ο Εύπολις, τον αποκαλούσαν Ολύμπιο και τον παρουσίαζαν σαν Δία με τεράστιο κεφάλι. Τον κορόιδευαν επίσης ως σχινοκέφαλο, με κεφάλι σαν τον μακρύ βολβό της σκίλλας. Ο Αριστοφάνης, στους Αχαρνείς, τον έβαζε να βροντά και να αστράφτει για τους Μεγαρείς. Ο Πλούταρχος, τέλος, έγραψε τον βίο του γύρω στο 100 μ.Χ., πέντε περίπου αιώνες αργότερα. Τον παραλλήλισε με τον Ρωμαίο Φάβιο Μάξιμο και άντλησε ταυτόχρονα από τον Θουκυδίδη, από την κωμωδία και από τον Στησίμβροτο. Το αποτέλεσμα είναι ένα πορτρέτο όπου ο δημαγωγός των πρώτων χρόνων μεταμορφώνεται σε αριστοκρατικό ηγέτη της ωριμότητας, μια μεταμόρφωση που ο σύγχρονος ιστορικός αντιμετωπίζει με επιφύλαξη.

Στην ίδια διπλή παράδοση ανήκει και το πρόσωπό του. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει ότι ο γλύπτης Κρησίλας είχε φιλοτεχνήσει χάλκινο πορτρέτο του Ολύμπιου Περικλή. Τα σωζόμενα μαρμάρινα αντίγραφα, με το ψηλό κορινθιακό κράνος σπρωγμένο πάνω στο μέτωπο, θεωρούνται ότι ανάγονται σε αυτό το πρότυπο. Το κράνος, σήμα του στρατηγού, εξηγείται σήμερα ως δήλωση του αξιώματος που ο Περικλής κατείχε συνεχώς επί δεκαπέντε χρόνια. Αντίθετα, εξηγεί ο Πλούταρχος ότι οι καλλιτέχνες το προτιμούσαν για να μη δείξουν το μακρόστενο, δυσανάλογο κεφάλι του, που οι κωμικοί δεν σταματούσαν να σατιρίζουν. Η ερμαϊκή στήλη του Βατικανού, με την επιγραφή ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΞΑΝΘΙΠΠΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΣ, ανήκει στη σειρά των προτομών επιφανών Ελλήνων που εκτίθενται στην Αίθουσα των Μουσών του Museo Pio-Clementino. Τα έργα αυτά χρονολογούνται, κατά το Μουσείο, στην εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού και βρέθηκαν στη λεγόμενη Έπαυλη του Κασσίου κοντά στο Τίβολι. Εκεί, περίπου πεντακόσια πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Χολαργεύς που οι συμπολίτες του είχαν γνωρίσει και ως Ολύμπιο και ως σχινοκέφαλο στεκόταν, με το κράνος του στρατηγού, ανάμεσα σε πορτρέτα άλλων επιφανών Ελλήνων.

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • Aristotle. Ἀθηναίων Πολιτεία, 26-27.
  • Herodotus. Ἱστορίαι, 6.131.
  • Jones, H. S. (επιμ.), αναθ. J. E. Powell (1942). Thucydidis Historiae. Oxford: Clarendon Press. Ἱστορίαι 2.65.
  • Musei Vaticani. Museo Pio-Clementino. Sala delle Muse.
  • Perrin, B. (μτφρ.) (1916). Plutarch’s Lives, τόμ. III: Plutarch, Pericles. Cambridge, MA: Harvard University Press.
  • Pliny the Elder. Naturalis Historia, 34.74.
  • Stadter, P. A. (1989). A Commentary on Plutarch’s Pericles. Chapel Hill: University of North Carolina Press.
  • UNESCO World Heritage Centre (1987). Acropolis, Athens.