Οι ζυγιές της Νάουσας: ζουρνάς, νταούλι και πατινάδες στους «Γενίτσαρους και Μπούλες»

Ασπρόμαυρη φωτογραφία με έφιππους ανάμεσα σε πλήθος και θεατές σε ξύλινο εξώστη κτιρίου.
Έφιπποι ανάμεσα σε συγκεντρωμένο πλήθος, μπροστά σε κτίριο με ξύλινο εξώστη. Η τοποθεσία και η χρονολογία δεν έχουν ταυτοποιηθεί.

Στη Νάουσα, η μουσική των «Γενίτσαρων και Μπουλών» καθορίζει την πορεία του μπουλουκιού μέσα στην πόλη. Με τον ζουρνά και το νταούλι γίνεται το κάλεσμα στο σπίτι κάθε χορευτή· διαφορετικοί σκοποί συνοδεύουν κατόπιν τη μετακίνηση και τις στάσεις στις γειτονιές. Την εθιμική αυτή τάξη περιγράφει η καταχώριση στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, όπου καταγράφεται η σύνδεση της μουσικής με τις κινήσεις των τελεστών. Το έθιμο εντάχθηκε το 2020 στην Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ελλάδας, στο εθνικό της ευρετήριο.

Η ζυγιά και η κατανομή του ήχου

Ζυγιά ονομάζεται το μικρό σύνολο οργάνων που συμπράττουν στο παραδοσιακό παίξιμο. Ο ζουρνάς με το νταούλι αποτελούν χαρακτηριστικό τέτοιο συνδυασμό, ενώ συναντάται και σχήμα με δύο ζουρνάδες και ένα νταούλι. Τότε ο πριμαδόρος αναπτύσσει τη μελωδία και ο πασαδόρος, ή μπασαδόρος, κρατά συνήθως το ίσο: έναν φθόγγο που στηρίζει το άκουσμα. Ο δεύτερος μουσικός μπορεί επίσης να συμπράττει σε ορισμένες μελωδικές φράσεις, όπως εξηγεί η οργανολογική παρουσίαση στο ceti.gr.

Συγκεκριμένα παραδείγματα της ναουσαίικης πρακτικής διασώζει η έκδοση του Λυκείου των Ελληνίδων του 2000, με την οικογένεια Ψαθά. Στις ηχογραφήσεις του 1969 ο Βαγγέλης Ψαθάς παίζει ζουρνά και ο αδελφός του Δημήτρης νταούλι. Στο υλικό του 1999 ακούγονται δύο ζουρνάδες, του Βαγγέλη και του γιου του Δημήτρη, με το νταούλι του Αντώνη Ψαθά. Η έκδοση του Λυκείου των Ελληνίδων επιτρέπει έτσι να παρακολουθήσει κανείς και τις διαφορετικές συνθέσεις του συνόλου.

Η καλαμένια «τσαμπούνα» του ζουρνά

Στο επάνω μέρος του οργάνου βρίσκεται το διπλό γλωσσίδι, το μικρό καλαμένιο εξάρτημα που αποκαλείται και «τσαμπούνα». Δένεται πάνω σε λεπτό μεταλλικό σωληνάκι, το κανέλι, το οποίο προσαρμόζεται στον κλέφτη, στο άνω άκρο του ξύλινου σώματος. Την κατασκευή περιγράφει το τεκμήριο Ζουρνάς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

Με το φύσημα πάλλονται τα δύο χείλη του γλωσσιδιού. Τη μελωδία διαμορφώνουν η δακτυλοθεσία και ο χειρισμός της αναπνοής, ενώ οι έμπειροι ζουρνατζήδες χρησιμοποιούν την κυκλική αναπνοή για να παρατείνουν τη ροή του ήχου: κατά τη σύντομη εισπνοή από τη μύτη, ο αέρας που συγκρατείται στη στοματική κοιλότητα εξακολουθεί να τροφοδοτεί το όργανο. Στην περιγραφή του ζουρνά, βασισμένη στο έργο του Φοίβου Ανωγειανάκη, εξηγείται επίσης πώς οι δακτυλισμοί και το φύσημα υπηρετούν τα μελωδικά στολίδια. Το σχετικό απόσπασμα φιλοξενείται στο ceti.gr.

Το νταούλι και το μουσικό πάτημα

Με δύο διαφορετικά ξύλα δουλεύει ο νταουλιέρης τις δερμάτινες επιφάνειες. Ο βαρύτερος κόπανος δίνει τις βαθύτερες κρούσεις, ενώ η λεπτή βέργα τις οξύτερες και ελαφρότερες. Στο τέντωμα των δερμάτων χρειάζεται προσοχή, αφού από αυτό εξαρτάται και η ηχητική διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές του οργάνου, όπως περιγράφεται στο ipet.gr.

Πάνω σε αυτές τις διαφοροποιημένες κρούσεις στηρίζονται τα βήματα. Ο νταουλιέρης παρακολουθεί τη μελωδική φράση και ανταποκρίνεται στη χορευτική κίνηση, ιδιαίτερα όταν αλλάζει η διάταξη της ομάδας.

Η πατινάδα συνοδεύει την πομπική μετακίνηση από τη μια πλατεία στην άλλη. Στην Ελληνική Χορευτική Πανδέκτη περιγράφεται η διάταξη σε δύο στίχους, με τους χορευτές να στρέφονται αντικριστά σε ορισμένα σημεία της μουσικής. Οι μεταβολές αυτές συνδέονται με το αντάμωμα των σπαθιών, των λεγόμενων παλών. Η καταγραφή στο dance-pandect.gr δείχνει πόσο στενά παρακολουθεί η μουσική τις χειρονομίες της πομπής.

Οι σκοποί του δρόμου και οι γειτονιές

Την αντιστοιχία μελωδίας και τόπου εξηγεί ο λαογράφος Τάκης Μπάιτσης στην προφορική μαρτυρία του στο αρχείο Istorima. Στην πορεία προς το τριόδι του Λάμνια αναφέρει τον Θούριο του Ρήγα. Από τα Καμμένα προς την Πουλιάνα ακολουθεί η πατινάδα της Πουλιάνας, ενώ στην περιοχή της Μητρόπολης αρχίζει η πατινάδα του Ύπατρου, με την οποία το μπουλούκι περνά τη γέφυρα των Μπατανιών.

Από το Κιόσκι προς τον Άγιο Γεώργιο ακούγεται, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, η «Καμπάνα». Αργότερα, πλησιάζοντας στα Αλώνια, έρχονται η μελωδία «Κατέβα Λένκου» και η πατινάδα των Αλωνίων. Ο αφηγητής διακρίνει επανειλημμένα τις πρακτικές που θυμάται από παλαιότερες εποχές από εκείνες της εποχής της συνέντευξης· αυτή η διάκριση χρειάζεται να συνοδεύει και την ανάγνωση της μαρτυρίας στο Istorima Archive.

Στη δισκογραφική τεκμηρίωση του Λυκείου των Ελληνίδων οι πατινάδες διαχωρίζονται από τους χορούς των στάσεων. Η «Παπαδιά» και η «Μακρινίτσα», για παράδειγμα, καταγράφονται ως χοροί, ενώ η «Πουλιάνα» και η «Καμπάνα» ως πατινάδες. Στον κατάλογο του Λυκείου των Ελληνίδων διατηρούνται οι ονομασίες τους μαζί με τις αντίστοιχες ηχογραφήσεις.

Η μουσική αρχιτεκτονική του εθίμου γίνεται έτσι αντιληπτή μέσα από τις μεταβάσεις. Καθώς το μπουλούκι προχωρεί, ο γνώστης αναγνωρίζει στον σκοπό τη γειτονιά και τη φάση της πορείας. Για τον χορευτή η αλλαγή ακούγεται ενώ ήδη κινείται, κρατώντας τη θέση του δίπλα στους άλλους και περιμένοντας το σύνθημα για την επόμενη χειρονομία.

Το ντύσιμο και ο «πρόσωπος»

Στο σπίτι αρχίζει η προετοιμασία του Γενίτσαρου, με τη βοήθεια οικείων που φροντίζουν τη φορεσιά και στερεώνουν τα ασήμια. Όταν φτάνει το μπουλούκι και ακούγεται ο Ζαλιστός, ο χορευτής χαιρετά από το παράθυρο ή το μπαλκόνι με ανασηκωμένα χέρια και τινάγματα του κορμού. Κατεβαίνει έπειτα, αποχαιρετά τους δικούς του και ενώνεται με την ομάδα. Στο δελτίο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας περιγράφεται και ο χαιρετισμός με τις αναπηδήσεις, που κάνουν τα μεταλλικά στολίδια να ηχούν.

Ο πρόσωπος με ταράμπουλο, όπως τεκμηριώνεται στη συλλογή του Λυκείου των Ελληνίδων Νάουσας, συνδυάζει την προσωπίδα με τον περίτεχνο κεφαλόδεσμο. Στο καταγεγραμμένο αντικείμενο, η μάσκα έχει βάση από χοντρό βαμβακερό πανί με γύψο, ενώ εσωτερικά φέρει στρώσεις κεριού. Ο χαρακτηρισμός «κέρινη μάσκα», επομένως, αποδίδει ένα από τα υλικά της κατασκευής.

Στη λευκή επιφάνεια διαγράφονται μαύρα φρύδια και μουστάκι, με κόκκινο στα μάγουλα και στα χείλη. Ένα στρογγυλό χρυσό σημάδι βρίσκεται στο μέτωπο. Μικροσκοπικά ανοίγματα εξυπηρετούν τα μάτια, τη μύτη και το στόμα, ενώ κάτω από το ταράμπουλο υπάρχει μάλλινο σκουφί, επάνω στο οποίο στερεώνεται η προσωπίδα. Αυτές οι λεπτομέρειες αφορούν το συγκεκριμένο μουσειακό τεκμήριο του searchculture.gr.

Στο Δημαρχείο ο αρχηγός σηκώνει προσωρινά την προσωπίδα για να αποκαλύψει την ταυτότητά του και να ζητήσει την καθιερωμένη άδεια τέλεσης. Αργά το απόγευμα, στα Αλώνια, οι τελεστές αποκαλύπτουν τα πρόσωπά τους και μπορούν πλέον να συμμετάσχουν στον χορό παλαιοί Γενίτσαροι χωρίς τη φορεσιά. Η πορεία συνεχίζεται προς τα Καμμένα, όπου γίνεται ο τελευταίος χορός της ημέρας, σύμφωνα με την περιγραφή της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας.

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • Ακαδημία Αθηνών, Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας. «Ζουρνάς». Καταχώριση συλλογής στο SearchCulture.gr.
  • Ανωγειανάκης, Φ. (1991). Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα. Β΄ έκδοση. Αθήνα: Μέλισσα. Ψηφιακά αποσπάσματα: «Ο ζουρνάς» και «Το νταούλι».
  • Λύκειο των Ελληνίδων Νάουσας. «Πρόσωπος με ταράμπουλο παραδοσιακής φορεσιάς Γενίτσαρου (Μπούλας) Νάουσας». Κατάλογος συλλογής στο SearchCulture.gr.
  • Λύκειον των Ελληνίδων (2000). Νάουσα Ημαθίας, Μπούλες, Χοροί και Πατινάδες από το έθιμο της Αποκριάς με ζουρνατζήδες την οικογένεια του Βαγγέλη Ψαθά. Δύο ψηφιακοί δίσκοι και έντυπη έκδοση. Κείμενα Φοίβου Ανωγειανάκη, Τάκη Μπάιτση και Λευτέρη Δρανδάκη.
  • Μπάιτσης, Τ. «Η προσήλωση του λαογράφου Τάκη Μπάιτση στην προβολή και στην προστασία του εθίμου Γενίτσαροι και Μπούλες». Προφορική συνέντευξη στην Αντωνία Μαρκοβίτη. Αρχείο Istorima, EL-17048.
  • Όμιλος Γενίτσαροι και Μπούλες (2019). «Γενίτσαροι και Μπούλες της Νάουσας». Δελτίο στοιχείου, Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας, εγγραφή 2020.
  • Πανδέκτης Ελληνικού Χορού. «Πατινάδα στη Νάουσα». Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Χορού, λήμμα E-A8D7E.