
Στη βάση της κόγχης, εκεί όπου τα μαύρα γράμματα διατρέχουν το χρυσό ψηφιδωτό, ο θρόνος της Παναγίας διακόπτει την επιγραφή και καταλαμβάνει μέρος της ευχής για τη στερέωση του ναού. Από αυτή τη συνάντηση της μορφής με το παλαιότερο κείμενο διακρίνεται η διαδοχή των επεμβάσεων στην αψίδα της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης, όπου η ένθρονη Θεοτόκος με τον Χριστό αντικατέστησε έναν μεγάλο σταυρό. Ίχνη του διατηρούνται αχνά στο χρυσό βάθος, όπως επισημαίνει η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, στην περιγραφή του ψηφιδωτού διακόσμου του μνημείου.
Μέσα στην εκτεταμένη χρυσή επιφάνεια, το σύμπλεγμα της Μητέρας και του Παιδιού συγκεντρώνει το βλέμμα με τη μετωπικότητα των προσώπων, ενώ χαμηλότερα οι πτυχώσεις και η άνιση τοποθέτηση των χεριών περιπλέκουν την ανάγνωση του καθισμένου σώματος, ιδίως στην περιοχή ανάμεσα στα πόδια του Χριστού και στα γόνατα της Θεοτόκου.
Η παλαιότερη διακόσμηση και το ζήτημα της χρονολόγησης
Με τους χρόνους του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ και της μητέρας του, Ειρήνης, συνδέεται ο ανεικονικός ψηφιδωτός διάκοσμος του ιερού, με τους σταυρούς και τα γεωμετρικά ή φυτικά θέματα. Τα αυτοκρατορικά μονογράμματα, μαζί με εκείνο του επισκόπου Θεοφίλου, προσφέρουν χρονολογικό στήριγμα για αυτή τη φάση, την οποία ο Robin Cormack τοποθετεί στο διάστημα 780–797. Στην ίδια διακοσμητική ενότητα εντάσσει τον μεγάλο σταυρό της κόγχης και τις επιγραφές που συνόδευαν τον χρυσό κάμπο.
Λιγότερο ασφαλής παραμένει η χρονολόγηση της ένθρονης Παναγίας. Στην αρχειακή εγγραφή σχεδίου της αψίδας, η Βρετανική Σχολή Αθηνών αναφέρει ως πιθανή εποχή αντικατάστασης του σταυρού τον 11ο αιώνα. Στον ίδιο αιώνα κατατάσσει την παράσταση και η ερευνητική βάση του Πανεπιστημίου του Sussex, καταγράφοντας παράλληλα βιβλιογραφική πρόταση για τον 9ο. Η διαφορά αφορά την ίδια τη χρονολόγηση της Βρεφοκρατούσας, η οποία χρειάζεται να αναφέρεται με την ανάλογη επιφύλαξη.
Στη μελέτη του για τα ψηφιδωτά της αψίδας, ο Cormack δίνει ιδιαίτερο βάρος στην επέμβαση του θρόνου και του υποποδίου στην επιγραφική ζώνη: για να τοποθετηθεί η νέα σύνθεση, αφαιρέθηκε το κεντρικό τμήμα της επιγραφής. Η παρατήρηση τεκμηριώνει τη διαδοχή των εργασιών, χωρίς από μόνη της να προσδιορίζει τον χρόνο της αντικατάστασης.
Η Παναγία της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης μέσα στην κόγχη
Μεγάλο μέρος του τεταρτοσφαιρίου, της καμπύλης δηλαδή επιφάνειας που στεγάζει την αψίδα, παραμένει ελεύθερο γύρω από την κεντρική μορφή. Από τον ευρύ φωτοστέφανο έως τα υποδήματα και το υποπόδιο, η Θεοτόκος προβάλλει με καθαρό περίγραμμα πάνω στο χρυσό, ενώ οι διακοσμητικές ταινίες παρακολουθούν την αρχιτεκτονική καμπύλη και οριοθετούν την παράσταση.
Το βαθύχρωμο μαφόριο καλύπτει την κεφαλή και τους ώμους, με χρυσές παρυφές που ακολουθούν το πρόσωπο και κατεβαίνουν προς τον κορμό. Κόκκινες επιφάνειες εμφανίζονται στις πλάγιες πτυχώσεις, ενώ το κάτω μέρος της ενδυμασίας καταλαμβάνουν κυανές και σκοτεινές αποχρώσεις. Προς τα γόνατα το ύφασμα σχηματίζει πλατιές καμπύλες, με λεπτές γραμμές ψηφίδων να διαγράφουν τις αναδιπλώσεις του, χωρίς παντού να γίνεται εύκολα αντιληπτή η ανατομία που βρίσκεται από κάτω.
Ψηλά, μπροστά στον κορμό της Μητέρας, εικονίζεται ο Χριστός με χρυσοκίτρινα ενδύματα και κόκκινες γραμμές στις πτυχές. Το δεξί του χέρι εκτείνεται προς τα αριστερά του θεατή, ενώ με το αριστερό κρατεί ανοιχτόχρωμο, τυλιγμένο ειλητάριο. Στον ώμο του ακουμπά το αριστερό χέρι της Παναγίας· το δεξί της βρίσκεται πολύ χαμηλότερα, κάτω από τα πόδια του, πάνω στο συγκεντρωμένο ύφασμα της ποδιάς, κρατώντας λευκό μανδήλιο.
Η απόσταση ανάμεσα στα πόδια του Παιδιού και στο χαμηλωμένο χέρι της Θεοτόκου κάνει ιδιαίτερα αισθητή αυτή την ιδιότυπη διάταξη, που διακρίνεται καθαρότερα στην κοντινή λήψη της σύνθεσης.

Στα πλάγια προβάλλουν τα κόκκινα μαξιλάρια, με κυανές παρυφές, και τμήματα του διακοσμημένου θρόνου. Λευκά υφάσματα με σκούρα γραμμικά σχέδια κρέμονται εκατέρωθεν, ενώ τη βάση περιτρέχουν μικρές φωτεινές ψηφίδες, τοποθετημένες σαν σειρές πολύτιμων διακοσμητικών στοιχείων.
Το πλάσιμο των προσώπων
Τα μεγάλα μάτια της Θεοτόκου, με τις σκοτεινές κόρες και τα έντονα περιγράμματα, καθορίζουν την αυστηρή έκφραση του προσώπου. Πάνω τους καμπυλώνουν τα φρύδια, ενώ η επιμήκης μύτη αποκτά φωτεινή ακμή ανάμεσα στις θερμές αποχρώσεις της σάρκας· μικρό και κλειστό παραμένει το στόμα, με το κόκκινο των χειλιών να επανέρχεται εντονότερο στις παρειές.

Στην κοντινή φωτογραφία διαβάζεται η εργασία των ψηφοθετών ακόμη και στις μικρές αλλαγές κατεύθυνσης γύρω από τα βλέφαρα. Κάτω από τα μάτια οι σειρές σχηματίζουν επάλληλες καμπύλες και συνεχίζονται προς τα μάγουλα, ενώ λευκές ψηφίδες συγκεντρώνονται στο μέτωπο και γύρω από το στόμα. Το πλάσιμο παραμένει έντονα γραμμικό, με τις χρωματικές περιοχές να διατηρούν ευδιάκριτα όρια, ιδίως κατά μήκος της μύτης και της κάτω γνάθου. Στον λαιμό, όπου εναλλάσσονται φωτεινές και σκοτεινότερες καμπύλες, η ίδια τεχνική γίνεται ακόμη σαφέστερη.

Περισσότερο στρογγυλεμένο είναι το πρόσωπο του Χριστού, με μεγάλα μάτια και μικρό στόμα, ενώ οι καστανές ψηφίδες των μαλλιών οργανώνονται σε κυματιστές σειρές πάνω από το μέτωπο. Την κεφαλή περιβάλλει χρυσός σταυροφόρος φωτοστέφανος: οι τρεις ορατές κεραίες του σταυρού αποδίδονται με λευκές ψηφίδες, πλαισιωμένες από κόκκινες και πράσινες σειρές, που ξεχωρίζουν πάνω στο σκούρο μαφόριο.
Ο ελισσόμενος κλάδος και η επιγραφή
Κατά μήκος της βάσης της κόγχης αναπτύσσεται η ταινία με τον ελισσόμενο χρυσό κλάδο σε πράσινο βάθος, με καμπύλους βλαστούς που απολήγουν σε κισσόφυλλα. Λεπτές λευκές ταινίες ορίζουν τη διακοσμητική ζώνη, πάνω από την οποία ακολουθεί η επιγραφή με μαύρα γράμματα, προσαρμοσμένη στην καμπύλη της αψίδας.
Το κείμενο παρατίθεται με ανεπτυγμένες συντμήσεις μέσα σε παρενθέσεις, ενώ οι αγκύλες δηλώνουν τη συμπλήρωση του χαμένου κεντρικού τμήματος:
Κ(ύρι)ε ὁ Θ(εὸ)ς τῶν π(ατέ)ρων ἡμῶν στερέωσον τὸν οἶκον τοῦτον ἕως τῆς συντελεί[ας τοῦ αἰῶνος ἀσάλευ]τον πρὸς δόξαν σὴν καὶ τοῦ μονογενοῦ(ς) σου Υ(ἱο)ῦ καὶ τοῦ Παναγίου σου Πν(εύμα)τος.
Απόδοση στη νέα ελληνική
Κύριε, Θεέ των πατέρων μας, στερέωσε αυτόν τον ναό ασάλευτο ως τη συντέλεια του αιώνα, προς δική σου δόξα και του μονογενούς σου Υιού και του Παναγίου σου Πνεύματος.
Με την ευχή για τη στερέωση του ναού συνδέεται ο λειτουργικός χαρακτήρας της επιγραφής, η διατύπωση της οποίας παραπέμπει στις ευχές των εγκαινίων. Στο μέσο της διαδρομής της, εκεί όπου συμπληρώνεται η αναφορά στη συντέλεια του αιώνα, παρεμβάλλεται σήμερα το υποπόδιο της ένθρονης μορφής, και τα γράμματα επανεμφανίζονται δεξιά του, λίγο πάνω από τον φυτικό διάκοσμο.