
Ο Άγιος Αδαλβέρτος της Πράγας, γνωστός στην τσεχική παράδοση ως Vojtěch και στην πολωνική ως Wojciech, υπήρξε Επίσκοπος μιας πόλεως στην οποία η χριστιανική οργάνωση βρισκόταν ακόμη σε διαμόρφωση, ενώ η δράση του επεκτάθηκε πέρα από τη Βοημία, μέσα σε έναν ευρωπαϊκό χώρο όπου η εκκλησιαστική αποστολή συνδεόταν στενά με τις σχέσεις των ηγεμόνων. Γεννημένος περίπου το 956 και θανατωμένος κατά την αποστολή του στους Πρώσους στις 23 Απριλίου 997, απέκτησε μετά τον θάνατό του ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της κεντρικής Ευρώπης. Η σύνδεσή του με διαφορετικούς τόπους εξηγεί και την παρουσία περισσότερων ονομάτων στις πηγές, τα οποία αναφέρονται στο ίδιο πρόσωπο.
Από τη Βοημία στην επισκοπή της Πράγας
Στην οικογένεια των Σλαβνικιδών, με έδρα το Λίμπιτσε της Βοημίας, γεννήθηκε ο μελλοντικός Επίσκοπος, γιος του Σλάβνικ και της Στρεζισλάβας. Η καταγωγή αυτή του εξασφάλιζε πρόσβαση στην εκπαίδευση, συγχρόνως όμως τον τοποθετούσε μέσα στις σχέσεις των ισχυρών οικογενειών της περιοχής, από τις οποίες η εκκλησιαστική σταδιοδρομία δύσκολα μπορούσε να παραμείνει ανεπηρέαστη. Οι αγιολογικές διηγήσεις συνδέουν την αφιέρωσή του στην Εκκλησία με σοβαρή ασθένεια της παιδικής του ηλικίας και με την υπόσχεση των γονέων του, στοιχείο που εντάσσεται στον τρόπο με τον οποίο οι βιογράφοι παρουσίαζαν την πρώιμη κλήση ενός Αγίου.
Η μαθητεία του στο Μαγδεμβούργο τον έφερε σε επαφή με τη λατινική εκκλησιαστική παιδεία και με τον Αρχιεπίσκοπο Αδαλβέρτο, του οποίου έλαβε το όνομα. Επιστρέφοντας στη Βοημία εντάχθηκε στον κλήρο και, μετά τον θάνατο του πρώτου Επισκόπου της Πράγας, του Ντίτμαρ, επιλέχθηκε ως διάδοχός του, με την επισκοπική του χειροτονία να τοποθετείται στο 983. Ήταν ο δεύτερος Επίσκοπος της Πράγας, σε μια εποχή κατά την οποία η έδρα υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μαγεντία.
Η εικόνα του αυστηρού ποιμένα, ο οποίος διέθετε πόρους για τους φτωχούς και αντιδρούσε στην εμπορία χριστιανών αιχμαλώτων, κατέχει σημαντική θέση στην παράδοση του βίου του. Χρειάζεται, ωστόσο, να παρατηρήσουμε ότι οι περιγραφές αυτές διασώθηκαν κυρίως μέσα από κείμενα γραμμένα για να προβάλουν την αγιότητά του, στα οποία οι συγκρούσεις του Επισκόπου με το περιβάλλον του αποκτούν και παραδειγματική λειτουργία, καθώς παρουσιάζουν τις δυσκολίες της ποιμαντικής ευθύνης.
Οι αποχωρήσεις από την έδρα και η μοναστική ζωή
Οι δύο παραμονές του Αδαλβέρτου στην Ιταλία αποτελούν από τα περισσότερο συζητημένα σημεία της βιογραφίας του. Στη Ρώμη εγκαταστάθηκε στη μονή των Αγίων Βονιφατίου και Αλεξίου, στον Αβεντίνο λόφο, όπου η μοναστική ζωή πρόσφερε διαφορετικό πλαίσιο από εκείνο της επισκοπικής διοικήσεως, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε λυθεί οριστικά η σχέση του με την έδρα της Πράγας.
Σύμφωνα με τη χρονολογική επανεξέταση του ιστορικού David Kalhous, η πρώτη ρωμαϊκή παραμονή εκτείνεται από το δεύτερο μισό του 989 έως τα μέσα του 992 και η δεύτερη από το φθινόπωρο του 995 έως τον Ιούνιο του 996. Ο ερευνητής προτείνει, μάλιστα, να εξεταστεί η πρώτη αναχώρηση περισσότερο ως προσκυνηματικό ταξίδι παρά ως απλή φυγή από επικείμενη σύγκρουση, ενώ για τη δεύτερη αναγνωρίζει σαφέστερα την απειλή κινδύνου. Η σχετική μελέτη δείχνει πόσο διαφορετική μπορεί να γίνει η κατανόηση ενός βίου όταν ελεγχθούν οι χρονικές αποστάσεις και οι προθέσεις των αφηγητών του.
Η επιστροφή στην Πράγα, επομένως, και η νέα αναχώρηση χρειάζεται να διαβαστούν μέσα στις συνθήκες της εποχής, όταν η επιβολή εκκλησιαστικών κανόνων επηρέαζε καθιερωμένες κοινωνικές πρακτικές και μπορούσε να συναντήσει την αντίσταση ισχυρών παραγόντων. Το να αποδώσουμε όλες αυτές τις δυσκολίες αποκλειστικά στον χαρακτήρα του Επισκόπου ή συνολικά στη συμπεριφορά ενός λαού θα περιόριζε μια ιστορία για την οποία διαθέτουμε αποσπασματικές μαρτυρίες.
Πώς διαβάζονται οι πρώτοι βίοι του
Τη ζωή του Αδαλβέρτου τη γνωρίζουμε κυρίως από δύο πρώιμες λατινικές αγιολογικές συνθέσεις, τη Vita prior, που παραδοσιακά αποδιδόταν στον Ιωάννη Καναπάριο, και τον βίο που συνέγραψε ο Βρούνος του Κουέρφουρτ. Η χρονική τους εγγύτητα προς τα γεγονότα τους δίνει ιδιαίτερη αξία, ενώ η συγκρότησή τους ως βίων Αγίου απαιτεί να εξετάζουμε παράλληλα το ιστορικό υλικό και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η αφήγηση.
Για τη συγγραφή της Vita prior, ειδικότερα, έχουν προταθεί διαφορετικές ερμηνείες ως προς τον δημιουργό και το περιβάλλον προελεύσεώς της, ενώ διασώζονται περισσότερες επεξεργασίες του κειμένου. Η συζήτηση αυτή αφορά και την εικόνα του ίδιου του προσώπου, αφού η επιλογή ενός περιστατικού, η ανάπτυξη μιας σύγκρουσης ή η έμφαση στη μοναστική του κλήση μπορούσαν να υπηρετούν συγκεκριμένο πρότυπο αγιότητας.
Ανάλογη προσοχή χρειάζονται οι διηγήσεις για τη σχέση του με την Ουγγαρία και τη βάπτιση του μελλοντικού βασιλιά Στεφάνου, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί ευρύτατα στην εκκλησιαστική του βιογραφία. Η παράδοση αυτή μπορεί να αναφερθεί ως παράδοση, διατηρώντας ανοιχτό το ζήτημα της ακριβούς χρονολογίας και των περιστάσεων, αντί να χρησιμοποιείται για να συμπληρωθούν με βεβαιότητα τα κενά της διαδρομής του.
Η αποστολή στους Πρώσους και το μαρτύριο
Με την υποστήριξη του Πολωνού ηγεμόνα Βολεσλάβου Α΄, ο Αδαλβέρτος κατευθύνθηκε το 997 προς τη νότια Βαλτική, με σκοπό να κηρύξει στους Πρώσους. Πρόκειται για τους παλαιούς βαλτικούς πληθυσμούς που συγγένευαν με τους Λιθουανούς, των οποίων η ταυτότητα πρέπει να διακρίνεται από τη μεταγενέστερη γερμανική Πρωσία, ώστε η αφήγηση να παραμένει μέσα στη γεωγραφία και στις πολιτικές συνθήκες του 10ου αιώνα.
Η αποστολή συνάντησε αντίδραση και κατέληξε στον θάνατό του στις 23 Απριλίου 997. Οι αφηγήσεις περιγράφουν επίθεση με όπλα και αποκεφαλισμό, ενώ η ακριβής τοποθεσία και ορισμένες λεπτομέρειες των τελευταίων ημερών του παραμένουν αντικείμενο συζητήσεως. Οι συνοδοί του επέζησαν και μετέφεραν την είδηση, γεγονός που επέτρεψε να διασωθεί η ανάμνηση της αποστολής και να αναζητηθούν τα λείψανά του.
Στο σημείο αυτό η ιστορική απόσταση έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι μεταγενέστερες περιγραφές της θρησκείας των Πρώσων προέρχονται συχνά από χριστιανούς συγγραφείς με διαφορετικές εμπειρίες και επιδιώξεις, γι’ αυτό η μεταφορά τους αυτούσιων στον χρόνο του Αδαλβέρτου μπορεί να δημιουργήσει μια ομοιόμορφη εικόνα για κοινωνίες των οποίων οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις μάς είναι περιορισμένα γνωστές.
Το Γκνιέζνο και η διαμόρφωση της τιμής του
Ο Βολεσλάβος εξασφάλισε την επιστροφή του σώματος και την ταφή του στο Γκνιέζνο, όπου ο τάφος εξελίχθηκε γρήγορα σε προσκυνηματικό κέντρο. Η γνωστή διήγηση ότι για την εξαγορά προσφέρθηκε χρυσός ίσος με το βάρος του σώματος ανήκει στην παράδοση που περιέβαλε τη μεταφορά των λειψάνων, αποδίδοντας με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο την αξία που τους αναγνωριζόταν.
Το 999 τοποθετείται η αγιοκατάταξή του από τον Πάπα Σίλβεστρο Β΄, ενώ το 1000 ο αυτοκράτορας Όθων Γ΄ προσκύνησε τον τάφο του. Η επίσκεψη συνδέθηκε με την ίδρυση της Αρχιεπισκοπής του Γκνιέζνο και με την ενίσχυση της εκκλησιαστικής θέσεως της πολωνικής ηγεμονίας, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η τιμή ενός μάρτυρα μπορούσε να επηρεάσει και τη δημόσια αναγνώριση ενός τόπου. Τη σχέση αυτή εξετάζει η Monika Salmon-Siama στη μελέτη της για τη γέννηση της λατρείας του στη μεσαιωνική Πολωνία.

Στην Καθολική Εκκλησία η μνήμη του τιμάται στις 23 Απριλίου, με ιδιαίτερη σημασία στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Την ίδια ημερομηνία καταγράφεται και σε ορθόδοξα εορτολόγια, ενώ σε κοινότητες που ακολουθούν το Ιουλιανό ημερολόγιο η εκκλησιαστική 23η Απριλίου αντιστοιχεί σήμερα στη 6η Μαΐου του πολιτικού ημερολογίου. Η παρουσία του και στις δύο παραδόσεις συνδέεται με τη θέση του ανάμεσα στους Αγίους που έζησαν πριν από το σχίσμα του 1054.
Η μορφή του στη ζωγραφική και στη λειψανοθήκη
Στον πίνακα του Δασκάλου του Eggenburg, περίπου του 1490–1500, ο Αδαλβέρτος εικονίζεται αριστερά, με επισκοπική μίτρα και ποιμαντορική ράβδο, κρατώντας ανοιχτό βιβλίο, ενώ δίπλα του στέκεται ο Άγιος Προκόπιος της Σάζαβα. Το χρυσό βάθος και τα ενδύματα τοποθετούν τις μορφές μέσα στη ζωγραφική γλώσσα της ύστερης μεσαιωνικής ευρωπαϊκής τέχνης, αρκετούς αιώνες μετά τη ζωή των εικονιζόμενων προσώπων. Το έργο φυλάσσεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Διαφορετική χρήση της μορφής παρατηρούμε στη λειψανοθήκη του θησαυρού του Αγίου Βίτου στην Πράγα, όπου το πρόσωπο αποδίδεται σε προτομή από μερικώς επιχρυσωμένο άργυρο, με μίτρα διακοσμημένη με λίθους. Η δωρεά του Βλαδισλάου Β΄ καταγράφεται στην απογραφή του θησαυρού του 1503, ενώ σχετικά τεκμήρια συνδέουν την κατασκευή των προτομών των τοπικών Αγίων με εργασίες των ετών 1498–1500. Η μορφή του Επισκόπου αποτελούσε πλέον μέρος της τελετουργικής ζωής του καθεδρικού, καθώς οι λειψανοθήκες τοποθετούνταν κατά τις μεγάλες εορτές στην κύρια Αγία Τράπεζα.
Πηγές και Βιβλιογραφία
- Bayerische Akademie der Wissenschaften. Vita s. Adalberti episcopi Pragensis. Geschichtsquellen des deutschen Mittelalters, αρ. 3051.
- Bayerische Akademie der Wissenschaften. Vitae s. Adalberti episcopi Pragensis recensio I. Geschichtsquellen des deutschen Mittelalters, αρ. 718.
- Davies, N. (1997). Adalbert or Wojciech: Gdansk and Danzig. A Multinational Millennium 997–1997. School of Slavonic and East European Studies, University of London.
- Kalhous, D. (2012). «Svědectví z první ruky? Nad „pramennou hodnotou” nejstarších vojtěšských legend». Historia Slavorum Occidentis, 1(2), 37–58. Βλ. επίσης την πανεπιστημιακή περίληψη.
- Metropolitan Museum of Art. Saint Adalbert and Saint Procopius. Δάσκαλος του Eggenburg, περ. 1490–1500, αρ. 44.147.1.
- Pavelec, P. (επιμ.) (2014). Hrady a zámky objevované a opěvované. Národní památkový ústav, σ. 67.
- Salmon-Siama, M. (2011). «La couronne et la sépulture, ou la naissance du culte de saint Adalbert de Prague en Pologne médiévale». Iris, 32, 153–168.
- Schmale, F.-J. (1953). «Adalbert (heilig)». Neue Deutsche Biographie, 1, 45–46.