Ο προφήτης Αββακούμ: το βιβλίο, οι παραδόσεις και η μνήμη του στην ορθόδοξη λατρεία

Ο προφήτης Αββακούμ σε ρωσική εικόνα του 17ου αιώνα, με πράσινο χιτώνα και κόκκινο ιμάτιο, κρατά ειλητάριο με σλαβονική επιγραφή σε χρυσό βάθος
Ο προφήτης Αββακούμ. Εικόνα του 17ου αιώνα, αποδιδόμενη με επιφύλαξη στον Τερέντι Φόμιν από τη Βόλογκντα (μαρτυρείται 1646-1670), από τον ναό του Αγίου Επιφανίου Κύπρου στη Μονή Κυρίλλου Μπελοζέρσκ, Ρωσία.

Ο προφήτης Αββακούμ, όγδοος στη σειρά των δώδεκα λεγόμενων μικρών προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, τόσο στον εβραϊκό κανόνα όσο και στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, ανήκει σε εκείνες τις μορφές της βιβλικής γραμματείας για τις οποίες γνωρίζουμε πολύ περισσότερα από τα λόγια τους παρά από τη ζωή τους. Το ομώνυμο βιβλίο, τρία μόλις κεφάλαια, δεν δίνει ούτε πατρώνυμο ούτε τόπο καταγωγής ούτε χρονολογία, παρά μόνο το όνομα και τον τίτλο του προφήτη, ενώ όσα διαβάζουμε σήμερα στα συναξάρια για τη φυλή, τον πατέρα και τον θάνατό του προέρχονται από μεταγενέστερες παραδόσεις, ιουδαϊκές και χριστιανικές, που γράφτηκαν αιώνες αργότερα και που συχνά δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 2 Δεκεμβρίου. Η διάκριση, λοιπόν, ανάμεσα σε όσα λέει το ίδιο το βιβλίο και σε όσα προστέθηκαν γύρω του είναι, νομίζω, ο μόνος ασφαλής δρόμος για να τον προσεγγίσει κανείς.

Ένα όνομα, δύο φυλές και ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία

Το όνομα θέτει το πρώτο πρόβλημα. Στο εβραϊκό κείμενο ο προφήτης λέγεται Χαβακκούκ, οι Εβδομήκοντα το απέδωσαν Ἀμβακούμ, ενώ στην ελληνική εκκλησιαστική παράδοση επικράτησε ο τύπος Αββακούμ. Η ερμηνεία «θερμός εναγκαλισμός», που επαναλαμβάνουν τα νεότερα συναξάρια, στηρίζεται στην εβραϊκή ρίζα που σημαίνει «αγκαλιάζω» και είναι παλαιά, αφού την υιοθετεί ήδη ο Ιερώνυμος, όμως νεότεροι μελετητές πρότειναν και μια άλλη προέλευση, από το ακκαδικό όνομα ενός φυτού, πράγμα που δείχνει πόσο λίγο βέβαιη είναι η ετυμολογία ενός ονόματος που δεν απαντά πουθενά αλλού στην εβραϊκή Βίβλο.

Πιο ενδιαφέρουσα, και πιο αποκαλυπτική για τον τρόπο που γεννιούνται οι βιογραφίες των προφητών, είναι η διαφωνία των αρχαίων πηγών για την καταγωγή του. Οι λεγόμενοι Βίοι των Προφητών, μια συλλογή σύντομων βιογραφικών σημειωμάτων που χρονολογείται συνήθως, με αρκετή επιφύλαξη, στις αρχές της χριστιανικής εποχής και σώθηκε σε χριστιανικές επεξεργασίες, κάποιες από τις οποίες αποδόθηκαν στον Άγιο Επιφάνιο Κύπρου, τον θέλουν από τη φυλή του Συμεών και από τον αγρό Βηθζουχάρ, και αυτή είναι η εκδοχή που πέρασε στο ορθόδοξο συναξάριο. Η αρχαία ελληνική μετάφραση όμως της διήγησης για τον Βηλ και τον Δράκοντα, του προσθέτου δηλαδή στο βιβλίο του Δανιήλ, τον παρουσιάζει στην επιγραφή της ως γιο κάποιου Ιησού από τη φυλή του Λευί. Ορισμένοι ερευνητές συσχέτισαν την εκδοχή αυτή με τον ψαλμικό χαρακτήρα του τρίτου κεφαλαίου του βιβλίου, που θυμίζει λειτουργική χρήση στον Ναό, η σύνδεση όμως παραμένει υπόθεση. Το πατρώνυμο Σαφάτ, τέλος, που αναγράφουν ορισμένα νεότερα συναξάρια, δεν απαντά στο βιβλικό κείμενο.

Το ίδιο ισχύει και για τη χρονολογία. Τα συναξάρια τοποθετούν τη δράση του ανάμεσα στο 672 και το 650 π.Χ., μόνο που το βιβλίο κάνει λόγο για τους Χαλδαίους, τους Νεοβαβυλωνίους δηλαδή, ως δύναμη που ανατέλλει και απειλεί, ενώ η νεοβαβυλωνιακή αυτοκρατορία συγκροτείται από το 626 π.Χ. και η κυριαρχία της στη Συροπαλαιστίνη εδραιώνεται κυρίως μετά τη νίκη στην Καρχεμίς το 605 π.Χ. Γι’ αυτό οι περισσότεροι μελετητές τοποθετούν το βιβλίο, ή τουλάχιστον τον πυρήνα του, στα τέλη του 7ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., συχνά στα χρόνια του βασιλιά του Ιούδα Ιωακείμ (609-598 π.Χ.), ενώ άλλοι προτιμούν χρονολογήσεις μεταγενέστερες της πρώτης άλωσης της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλωνίους, το 597 π.Χ.

Ένας διάλογος με τον Θεό την εποχή των Χαλδαίων

Όποιος διαβάσει το βιβλίο έχοντας στο μυαλό του την εικόνα του προφήτη που ελέγχει τον λαό για την ειδωλολατρία του, όπως τον περιγράφουν τα συναξάρια, θα ξαφνιαστεί, γιατί ο Αββακούμ απευθύνεται κυρίως στον ίδιο τον Θεό και όχι στον λαό. Το βιβλίο αρχίζει με ένα παράπονο, με το ερώτημα «έως πότε» θα φωνάζει ο προφήτης χωρίς να εισακούεται, ενώ γύρω του επικρατούν η αδικία και η βία, και ο Θεός απαντά ότι ξεσηκώνει τους Χαλδαίους, έθνος σκληρό και ορμητικό, ως όργανο της κρίσεώς του. Η απάντηση όμως γεννά νέο, βαθύτερο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν ο Άγιος, που τα μάτια του είναι πολύ καθαρά για να βλέπουν το κακό, να ανέχεται τον άδικο που καταπίνει τον δικαιότερό του; Ο προφήτης στέκεται τότε στη σκοπιά του, για να περιμένει την απάντηση, και η απάντηση έρχεται ως όραμα που πρέπει να γραφτεί καθαρά σε πλάκες, με την προτροπή να περιμένει κανείς την εκπλήρωσή του, έστω κι αν αργεί.

Ακολουθούν πέντε «ουαί», πέντε σκωπτικές καταγγελίες δηλαδή κατά του καταπιεστή που πλουτίζει από ξένα αγαθά, χτίζει πόλεις με αίμα και λατρεύει βουβά είδωλα, τα οποία αναφέρονται εδώ, κατά παράδοξο τρόπο για το συναξαριακό σχήμα, ως αμαρτία του κατακτητή και όχι του Ιούδα. Το τρίτο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Προσευχή του Αββακούμ», είναι ένας ψαλμός με μουσικές ενδείξεις, όπως το εβραϊκό «σέλα», που οι Εβδομήκοντα απέδωσαν «διάψαλμα», και περιγράφει τον ερχομό του Θεού ως θεοφάνεια μέσα σε σεισμούς και καταιγίδες, για να κλείσει με μια ομολογία εμπιστοσύνης: ακόμη κι αν η συκιά δεν ανθίσει και τα αμπέλια δεν καρπίσουν, ο προφήτης θα χαρεί στον Θεό της σωτηρίας του. Ότι το βιβλίο θέτει ανοιχτά το πρόβλημα της θείας δικαιοσύνης μπροστά στον θρίαμβο του αδίκου είναι η ιδιαιτερότητά του, και αυτή εξηγεί γιατί οι νεότεροι ερμηνευτές το διαβάζουν συχνά ως πρώιμη θεοδικία.

«Ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται»: ένας στίχος σε πολλές αναγνώσεις

Λίγοι στίχοι της Παλαιάς Διαθήκης γνώρισαν τόσο πλούσια μεταγενέστερη τύχη όσο ο τέταρτος στίχος του δεύτερου κεφαλαίου, και λίγοι δείχνουν τόσο καθαρά πώς η μετάφραση γίνεται ερμηνεία. Το εβραϊκό κείμενο λέει ότι ο δίκαιος θα ζήσει με την πιστότητά του, με τη σταθερότητά του δηλαδή μέσα στη δοκιμασία, ενώ οι Εβδομήκοντα μετέφρασαν «ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεώς μου ζήσεται», διατύπωση που έχει ερμηνευθεί είτε ως αναφορά στην πιστότητα του Θεού είτε ως πίστη προς αυτόν. Ο Απόστολος Παύλος παραθέτει τον στίχο στην Προς Ρωμαίους και στην Προς Γαλάτας χωρίς καμία κτητική αντωνυμία και τον κάνει θεμέλιο της διδασκαλίας του για τη δικαίωση διά της πίστεως, η Προς Εβραίους επιστολή, σύμφωνα με το κριτικό της κείμενο, τον παραθέτει με το «μου» να συνοδεύει τον δίκαιο και όχι την πίστη, και αιώνες αργότερα ο ίδιος στίχος θα βρεθεί στο κέντρο των θεολογικών συζητήσεων της Μεταρρύθμισης. Τρεις, λοιπόν, ή και τέσσερις διαφορετικοί τόνοι μέσα στις ίδιες λίγες λέξεις, χωρίς κανένας από αυτούς να ακυρώνει τους άλλους.

Μια ακόμη ανάγνωση, εντελώς διαφορετική, σώθηκε στο Πεσέρ του Αββακούμ, ένα από τα επτά πρώτα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας που βρέθηκαν στο Κουμράν το 1947. Ο κύλινδρος, μήκους περίπου ενάμισι μέτρου, με δεκατρείς στήλες εβραϊκού κειμένου, χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. και σχολιάζει στίχο προς στίχο τα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, εφαρμόζοντάς τα στην ιστορία της κοινότητας που τον παρήγαγε: οι Χαλδαίοι του προφήτη γίνονται οι Κιττιείμ, δηλαδή οι Ρωμαίοι, και πίσω από τα πρόσωπα του κειμένου διακρίνονται ο Διδάσκαλος της Δικαιοσύνης, ο Ασεβής Ιερέας και ο Άνθρωπος του Ψεύδους, μορφές των οποίων η ταυτότητα δεν έχει εξακριβωθεί. Το ότι ο σχολιαστής σταματά στο τέλος του δεύτερου κεφαλαίου οδήγησε ορισμένους να υποθέσουν ότι η προσευχή του τρίτου κεφαλαίου κυκλοφορούσε αρχικά χωριστά, όμως άλλα χειρόγραφα των Δώδεκα Προφητών από την έρημο της Ιουδαίας, σχεδόν σύγχρονα, περιέχουν και το τρίτο κεφάλαιο, οπότε η σιωπή του πεσέρ μπορεί απλώς να οφείλεται στα ενδιαφέροντα του συγγραφέα του.

Από τον λάκκο του Δανιήλ στους τάφους του προφήτη

Η πιο γνωστή διήγηση για τον Αββακούμ δεν βρίσκεται στο βιβλίο του αλλά στο πρόσθετο του Δανιήλ που αναφέραμε, όπου ένας άγγελος τον αρπάζει από τα μαλλιά της κεφαλής του, ενώ πήγαινε φαγητό στους θεριστές στην Ιουδαία, και τον μεταφέρει στη Βαβυλώνα, για να θρέψει τον Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων. Οι Βίοι των Προφητών ενσωματώνουν το επεισόδιο σε μια ολόκληρη βιογραφία: όταν ο Ναβουχοδονόσορ εισέβαλε στη χώρα, ο Αββακούμ κατέφυγε στην Οστρακίνη, στα σύνορα της Αιγύπτου, έζησε ως ξένος στη γη του Ισμαήλ, επέστρεψε αργότερα και μαγείρευε για τους θεριστές, μεταφέρθηκε στη Βαβυλώνα για να δώσει τροφή στον Δανιήλ και γύρισε πίσω χωρίς να διηγηθεί τι είχε συμβεί, έδωσε στους Ιουδαίους σημεία για το μέλλον του Ναού και πέθανε δύο χρόνια πριν από την επιστροφή των αιχμαλώτων, για να ταφεί στον δικό του αγρό. Η συναξαριακή φράση ότι πέθανε ειρηνικά και τάφηκε στον τόπο των πατέρων του απηχεί αυτή την παράδοση, όχι το βιβλικό κείμενο.

Τον τάφο αυτόν ισχυρίστηκε ότι βρήκε, στα τέλη του 4ου αιώνα, ο Επίσκοπος Ελευθερουπόλεως Ζεβεννός. Ο ιστορικός Σωζομενός, που έγραφε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ του 439 και του 450, δηλαδή μισό περίπου αιώνα μετά, διηγείται ότι τα λείψανα του Αββακούμ και του προφήτη Μιχαία αποκαλύφθηκαν στον Επίσκοπο σε όνειρο, επί Θεοδοσίου του Μεγάλου, και εντοπίστηκαν σε δύο χωριά της περιοχής της Ελευθερουπόλεως, τα λείψανα του Αββακούμ στην Κηλά, την παλαιά Κεϊλά. Η καταγραφή της εύρεσης των λειψάνων στη βάση δεδομένων Cult of Saints του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης σημειώνει ότι η προσκυνήτρια Αιθερία, που πέρασε από την περιοχή το 384, δεν αναφέρει τίποτε σχετικό, άρα τα γεγονότα πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη της δεκαετίας του 380 ή στις αρχές της επόμενης, και ότι μια νεότερη πρόταση τα συνδέει με τον ανταγωνισμό του Ζεβεννού με τον Επίσκοπο Ιεροσολύμων Ιωάννη. Να σημειώσω εδώ ότι ο Σωζομενός παρουσιάζει τις ευρέσεις ως ενδείξεις της ακμής του χριστιανισμού επί Θεοδοσίου, πράγμα που λέει πολλά για τη λειτουργία της διήγησης και σχεδόν τίποτε για την ιστορικότητα της ταύτισης.

Η χριστιανική Παλαιστίνη δεν ήταν, άλλωστε, η μόνη που διεκδίκησε τον προφήτη. Περίπου ένα χιλιόμετρο νότια της πόλεως Τουϊσερκάν, στο δυτικό Ιράν, ένας οκταγωνικός πλίνθινος πύργος με κωνική στέγη τιμάται ως τάφος του Αββακούμ από Ιουδαίους και μουσουλμάνους, με μαρμάρινη ταφόπλακα, επτάφωτες λυχνίες, Άστρο του Δαβίδ και επιγραφές, εβραϊκές και περσικές, από το βιβλίο του προφήτη. Το σχετικό λήμμα της Encyclopaedia Iranica σημειώνει, με την επιφύλαξη που επιβάλλει η επιστήμη, ότι καμία μαρτυρία δεν εξηγεί πώς ο προφήτης θα είχε βρεθεί στο Ιράν, ότι ο ισχυρισμός πως ήταν ανάμεσα στους εξορίστους της Βαβυλώνας δεν έχει ιστορική βάση και ότι ήδη ένας Ιουδαίος περιηγητής της δεκαετίας του 1820 άκουσε τις τοπικές διηγήσεις χωρίς να πειστεί. Δύο τάφοι, λοιπόν, σε δύο διαφορετικές χώρες, καθένας με τη δική του κοινότητα προσκυνητών, και ανάμεσά τους ένα βιβλίο που δεν λέει λέξη για τον θάνατο του συγγραφέα του.

Η ωδή του Αββακούμ στη λατρεία και στην εικόνα

Αν η βιογραφία του προφήτη ανήκει στον χώρο της παράδοσης, η παρουσία του στην ορθόδοξη λατρεία είναι καθημερινή και απτή. Η προσευχή του τρίτου κεφαλαίου, στη μορφή των Εβδομήκοντα, είναι η τέταρτη από τις εννέα βιβλικές ωδές του Όρθρου, που αρχίζει με τα λόγια «Κύριε, εἰσακήκοα τὴν ἀκοήν σου καὶ ἐφοβήθην», και πάνω σε αυτήν συντέθηκε η τέταρτη ωδή των κανόνων της βυζαντινής υμνογραφίας, με αποτέλεσμα οι εικόνες της να επανέρχονται, μεταμορφωμένες, σε εκατοντάδες ύμνους. Εδώ η διαφορά του ελληνικού από το εβραϊκό κείμενο έπαιξε ρόλο αποφασιστικό: εκεί όπου το εβραϊκό ζητά από τον Θεό να φανερώσει το έργο του «στο μέσον των ετών», οι Εβδομήκοντα διάβασαν «ἐν μέσῳ δύο ζῴων γνωσθήσῃ», στίχο που οι Πατέρες συνέδεσαν με τη φάτνη της Βηθλεέμ, και το «ὄρος κατάσκιον δασύ», από το οποίο έρχεται ο Άγιος, έγινε για την υμνογραφία προτύπωση της Θεοτόκου, όπως ακριβώς το διατυπώνει και ένα από τα απολυτίκια της εορτής του προφήτη. Οι ίπποι του Θεού που ταράζουν τα πολλά νερά της θάλασσας ερμηνεύτηκαν, στο κοντάκιο της ίδιας εορτής, ως οι Απόστολοι που καταποντίζουν την πλάνη, ενώ η σκοπιά του δεύτερου κεφαλαίου, όπου ο προφήτης στέκεται για να περιμένει την απάντηση του Θεού, έδωσε στον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό την αρχή της τέταρτης ωδής του Πασχαλινού κανόνα, «Ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς ὁ θεηγόρος Ἀββακούμ», όπου ο προφήτης καλείται να σταθεί μαζί με τους πιστούς και να δείξει τον φωτοφόρο άγγελο που αναγγέλλει την Ανάσταση. Πρόκειται, ας σημειωθεί, για χριστολογικές αναγνώσεις του ελληνικού κειμένου, που ανήκουν στην ιστορία της πρόσληψης του βιβλίου και όχι στην αρχική του σημασία, χωρίς αυτό να μειώνει τη θεολογική και ποιητική τους αξία για την παράδοση που τις διαμόρφωσε.

Την ίδια ακριβώς πρόσληψη συναντούμε και στην εικονογραφία. Η ρωσική εικόνα του 17ου αιώνα από τον ναό του Αγίου Επιφανίου στη Μονή Κυρίλλου Μπελοζέρσκ, που αποδίδεται με επιφύλαξη στον ζωγράφο Τερέντι Φόμιν από τη Βόλογκντα, παριστάνει τον Αββακούμ ημίσωμο, με νεανική και αγένεια μορφή, σκουροπράσινο χιτώνα και κόκκινο ιμάτιο, πάνω σε χρυσό βάθος, να δείχνει με το δεξί χέρι ανοιχτό ειλητάριο. Η εκκλησιαστική σλαβονική επιγραφή του ειληταρίου αποδίδει τον στίχο για τον Θεό που θα έρθει από τον νότο και τον Άγιο από το σκιερό όρος, όπου το «Θαιμάν» των Εβδομήκοντα, τοπωνύμιο που στα εβραϊκά σημαίνει και «νότος», έχει μεταφραστεί με την κοινή του σημασία, έτσι ώστε ο ζωγράφος, διαλέγοντας τον στίχο αυτόν ανάμεσα σε τόσους άλλους, έβαλε στο χέρι του προφήτη ακριβώς εκείνη τη φράση με την οποία η ορθόδοξη λατρεία τον ονομάζει κήρυκα της Θεοτόκου.

Πηγές και Βιβλιογραφία

  • James, M. R. (1920). The Lost Apocrypha of the Old Testament: Their Titles and Fragments. London: SPCK.
  • Rahlfs, A. & Hanhart, R. (επιμ.) (2006). Septuaginta. Editio altera. Stuttgart: Deutsche Bibelgesellschaft.
  • Soroudi, S. (2002). Ḥabaqūq, Tomb of. Encyclopaedia Iranica, τόμ. XI, τεύχ. 4, σ. 425.