Όσιος Ιωάννης ο Ίβηρας: ο κτήτορας της Μονής Ιβήρων

Ο Όσιος Ιωάννης ο Ίβηρας με λευκή γενειάδα, σταυρό και ειλητάριο σε τοιχογραφία της Μονής Ιβήρων.
Ο Όσιος Ιωάννης ο κτήτορας. Τοιχογραφία στον εξωνάρθηκα του καθολικού της Ιεράς Μονής Ιβήρων, Άγιον Όρος, με επιζωγράφιση του 1888.

Ο Όσιος Ιωάννης ο Ίβηρας συνδέεται με τη συγκρότηση της γεωργιανής μοναστικής κοινότητας στον Άθωνα και με την ίδρυση της Μονής Ιβήρων, σε μια περίοδο κατά την οποία ο αγιορειτικός κοινοβιακός μοναχισμός αποκτούσε σταθερότερη οργάνωση γύρω από μεγάλες αδελφότητες. Προερχόμενος από την αριστοκρατία της μεσαιωνικής Γεωργίας και έχοντας ήδη δημιουργήσει οικογένεια, ακολούθησε τη μοναστική ζωή και εγκαταστάθηκε κοντά στον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, ενώ αργότερα ανέλαβε την ηγουμενία μιας νέας μονής, της οποίας η ανάπτυξη στηρίχθηκε και στις σχέσεις των κτητόρων της με τη βυζαντινή αυτοκρατορική εξουσία.

Στη βιογραφία του συναντώνται, επομένως, δύο πλευρές της ίδιας ιστορικής πραγματικότητας: η προσωπική αναχώρηση ενός ανθρώπου από την προηγούμενη ζωή του και η σταδιακή συγκρότηση μιας κοινότητας, η οποία χρειαζόταν υλικούς πόρους και διαρκή φροντίδα, για να μπορέσει να διατηρήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της μέσα στο αγιορειτικό περιβάλλον.

Η καταγωγή και η πορεία προς τον Άθωνα

Με το όνομα Βαρασβατσέ παραδίδεται στην ελληνική βιβλιογραφία ο Ιωάννης, του οποίου η καταγωγή συνδέεται με την Αρτανούτσι και τον γεωργιανό χώρο του Τάο-Κλαρτζέτι. Ο προσδιορισμός «Ίβηρας» αναφέρεται εδώ στη Γεωργία του Καυκάσου, σύμφωνα με τη μεσαιωνική ελληνική ονοματολογία, και η διατήρησή του τόσο στο όνομα του Οσίου όσο και στην ονομασία της μονής καταγράφει την προέλευση της πρώτης αδελφότητας.

Η γεωργιανή βιογραφική παράδοση τον τοποθετεί στο περιβάλλον του Δαβίδ Κουροπαλάτη και περιγράφει τη μετάβασή του στον μοναχισμό ως εγκατάλειψη της κοινωνικής προβολής και της περιουσίας του. Πριν εγκατασταθεί στον Άθωνα, συνδέθηκε με μοναστικά κέντρα της γεωργιανής ενδοχώρας και με τον Όλυμπο της Βιθυνίας, μια περιοχή με σημαντική μοναστική παρουσία, ενώ στην πορεία αυτή ενώθηκε μαζί του ο γιος του, ο μετέπειτα Όσιος Ευθύμιος. Η άφιξή του στο Άγιον Όρος τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, με το 965 να αποτελεί τη χρονολογία που παραδίδεται σε ελληνικές συναξαριακές αφηγήσεις.

Κοντά στον Άγιο Αθανάσιο διαμορφώθηκε η σχέση που επρόκειτο να επηρεάσει ουσιαστικά τη μελλοντική πορεία της γεωργιανής αδελφότητας. Η εμπιστοσύνη προς τον Ιωάννη αποτυπώνεται στον ορισμό του ως επιτρόπου της Μεγίστης Λαύρας, με πρόβλεψη διαδοχής του από τον Ευθύμιο, πράγμα που φανερώνει ότι η δημιουργία χωριστής γεωργιανής μονής συνυπήρχε με στενούς δεσμούς προς τη λαυριωτική κοινότητα.

Η ίδρυση της Ιβήρων και η συμβολή του Τορνικίου

Στη συγκρότηση της νέας μονής καθοριστική υπήρξε η συμβολή του Ιωάννη Τορνικίου, συγγενή του Ιωάννη του Ίβηρα και πρώην στρατιωτικού, ο οποίος είχε επίσης ακολουθήσει τον μοναχισμό. Η συνωνυμία των δύο προσώπων μπορεί εύκολα να δημιουργήσει σύγχυση, χρειάζεται όμως να διατηρούμε τη διάκριση των ρόλων τους, καθώς ο Ιωάννης ο Ίβηρας αναδείχθηκε σε πρώτο ηγούμενο, ενώ ο Τορνίκιος συνδέθηκε ιδιαίτερα με την εξασφάλιση των μέσων για την ίδρυση.

Όταν η εξέγερση του Βάρδα Σκληρού απείλησε την εξουσία του Βασιλείου Β΄, ο Τορνίκιος κλήθηκε να συνδράμει τον αυτοκράτορα και συμμετείχε στην αντιμετώπισή της το 979. Οι ανταμοιβές που ακολούθησαν επέτρεψαν στη γεωργιανή αδελφότητα να αποκτήσει ισχυρότερη οικονομική βάση, και η ίδρυση της Ιβήρων τοποθετείται στο ιστορικό διάγραμμα του Κρίτωνα Χρυσοχοΐδη στο 979/980, στη θέση παλαιότερης μονής γνωστής ως μονής του Κλήμεντος.

Η αυτοκρατορική υποστήριξη είχε συγκεκριμένο θεσμικό περιεχόμενο, αφού η λειτουργία μιας πολυάνθρωπης αδελφότητας προϋπέθετε κατοχυρωμένες κτήσεις και επαρκή εισοδήματα. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα και τη θέση του κτήτορα, δηλαδή εκείνου που αναλαμβάνει την ίδρυση ή την ουσιαστική οικονομική στήριξη ενός μοναστικού ιδρύματος, χωρίς η ιδιότητα αυτή να ταυτίζεται υποχρεωτικά με το αξίωμα του ηγουμένου.

Ο Ευθύμιος και η οργάνωση της βιβλιοθήκης

Τη σημασία της νέας κοινότητας για τη γεωργιανή γραμματεία την κατανοούμε περισσότερο όταν εξετάσουμε τη θέση που κατέλαβε μέσα στη μονή η παραγωγή του βιβλίου. Ο Ιωάννης δημιούργησε το οργανωτικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε η εργασία του Ευθυμίου, ενώ η βιβλιοθήκη και το βιβλιογραφείο, ο χώρος δηλαδή αντιγραφής χειρογράφων, εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της αδελφότητας και τη διάδοση εκκλησιαστικών κειμένων στη γεωργιανή γλώσσα.

Στην επιστημονική καταγραφή για τη βιβλιοθήκη της Ιβήρων επισημαίνεται η λειτουργία γεωργιανού βιβλιογραφείου κατά τον 10ο και τον 11ο αιώνα, μέσα στο οποίο εντάσσεται και η ευρύτερη μεταφραστική δραστηριότητα της μονής. Ο Ευθύμιος μετέφρασε ελληνικά εκκλησιαστικά έργα και εργάστηκε στη διόρθωση λειτουργικών κειμένων, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός σώματος αναγνωσμάτων που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από γεωργιανόφωνες κοινότητες.

Αυτή η εργασία απαιτούσε γνώση των δύο γλωσσών και συνεχή ερμηνευτική επιλογή, αφού ένας θεολογικός όρος ή μια βιβλική αναφορά έπρεπε να αποδοθεί με τρόπο κατανοητό στο νέο γλωσσικό περιβάλλον. Η σχέση πατέρα και γιου αποκτά εδώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον: ο πρώτος συνδέεται κυρίως με την οργάνωση της κοινότητας, ενώ ο δεύτερος ανέπτυξε μέσα σε αυτήν το μεταφραστικό έργο για το οποίο έμεινε γνωστός.

Οι πηγές του βίου και οι διαφορετικές χρονολογήσεις

Βασική πηγή για τους δύο κτήτορες αποτελεί ο γεωργιανός Βίος Ιωάννη και Ευθυμίου, που συνέγραψε τον 11ο αιώνα ο Γεώργιος ο Αγιορείτης. Η πανεπιστημιακή παρουσίαση του έργου τοποθετεί τη συγγραφή του περίπου στα 1042–1044 και επισημαίνει ότι ο συγγραφέας αξιοποίησε μαρτυρίες παλαιότερων μοναχών. Πρόκειται, επομένως, για αφήγηση κοντινή στην ιδρυτική εποχή, γραμμένη όμως μέσα σε κοινότητα που ενδιαφερόταν να διατηρήσει τη μνήμη των πατέρων της και να στηρίξει τα δικαιώματά της.

Η αγιολογική μορφή του κειμένου χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη κατά την ιστορική ανάγνωσή του, καθώς ο έπαινος των κτητόρων συνυπάρχει με πληροφορίες για την καθημερινή λειτουργία της μονής. Όπως δείχνει η μελέτη της Nina Chichinadze, Documenting Arts of Iviron, οι αναφορές σε δωρεές εικόνων και λειτουργικών αντικειμένων προσφέρουν στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ των μοναστικών κοινοτήτων και για τη χρήση της τέχνης στη διαμόρφωση της μνήμης τους.

Ανομοιομορφία παρουσιάζουν οι πηγές ως προς το έτος της κοιμήσεως του Ιωάννη. Το 998, που παραδίδεται σε ελληνικές αγιολογικές αναφορές, απαντά και στην παλαιότερη Enciclopedia Italiana, ενώ η νεότερη μελέτη της Chichinadze δέχεται το 1005, χρονολογία με την οποία συμφωνεί και η παρουσίαση της ηγουμενίας του από τον Χρυσοχοΐδη. Για τον λόγο αυτό, η χρονολογία 998 χρειάζεται να συνοδεύεται από τη διευκρίνιση ότι υπάρχουν διαφορετικές χρονολογήσεις στη βιβλιογραφία.

Η εκκλησιαστική μνήμη και η απεικόνιση του κτήτορα

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η μνήμη του Οσίου Ιωάννη του Ίβηρα τιμάται στις 13 Μαΐου, μαζί με τον Όσιο Ευθύμιο και άλλους Ιβηρίτες πατέρες. Στην κοινή μνήμη περιλαμβάνεται και ο Όσιος Γεώργιος, ο οποίος παραδίδεται ως συγγενής του Ιωάννη και ανήκει στην πρώτη διαδοχή των ηγουμένων, διαφορετικό πρόσωπο από τον μεταγενέστερο Γεώργιο τον Αγιορείτη, συγγραφέα του βίου.

Ο Ιωάννης ανήκει στην προ του σχίσματος χριστιανική παράδοση και απαντά επίσης στην καθολική αγιολογική γραμματεία, όπου η μνήμη του καταγράφεται στις 12 Ιουλίου. Πρόκειται έτσι για Άγιο κοινό στην ορθόδοξη και την καθολική παράδοση, με διαφορετική ημερομηνία μνείας στις αντίστοιχες καταγραφές.

Στην τοιχογραφία του εξωνάρθηκα του καθολικού της Ιβήρων, η οποία συνδέεται με την επιζωγράφιση του χώρου το 1888, ο Ιωάννης παριστάνεται με λευκή γενειάδα και μοναχικό ένδυμα, κρατώντας σταυρό και αναπτυγμένο ειλητάριο. Η επιγραφή τον προσδιορίζει ως κτήτορα, διατηρώντας στη ζωγραφική επιφάνεια την ιδιότητα με την οποία συνδέθηκε με τη μονή, πολλούς αιώνες μετά την ίδρυσή της.

Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και ο μοναχός Γαβριήλ μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, σε τοιχογραφία του Κελλίου Άξιόν Εστι.
Ο Όσιος Γαβριήλ δέχεται την επίσκεψη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, σύμφωνα με την παράδοση του «Άξιόν Εστι». Τοιχογραφία στη σφραγισμένη είσοδο του ομώνυμου Ιερού Κελλίου στις Καψάλες του Αγίου Όρους. Η είσοδος σφραγίστηκε το 1897 σε ανάμνηση του θαύματος.

Η δεύτερη συνημμένη τοιχογραφία, από το Κελλί «Άξιόν Εστι» στις Καψάλες, ανήκει σε διαφορετικό αφηγηματικό κύκλο: παρουσιάζει τον μοναχό Γαβριήλ να δέχεται την επίσκεψη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, σύμφωνα με την αγιορειτική παράδοση του ύμνου «Άξιόν Εστι». Η χρονολογία 1897 αφορά τη σφράγιση της εισόδου με την οποία συνδέεται η παράσταση. Η σκηνή αυτή χρειάζεται χωριστή λεζάντα, καθώς δεν εικονίζει επεισόδιο του βίου του Ιωάννη ούτε τον Γαβριήλ τον Ίβηρα της παραδόσεως της Πορταΐτισσας.

Πηγές και Βιβλιογραφία