
Ο Σόλων ο Αθηναίος είναι πρόσωπο της αρχαϊκής Ελλάδας για το οποίο διαθέτουμε, πέρα από όσα αφηγήθηκαν γι’ αυτόν οι μεταγενέστεροι, και τη δική του φωνή, αποσπάσματα δηλαδή από τις ελεγείες και τους ιάμβους του, που σώθηκαν επειδή τα παρέθεσαν, για να στηρίξουν τις δικές τους αφηγήσεις, η αριστοτελική Αθηναίων Πολιτεία τον 4ο αιώνα π.Χ. και ο Πλούταρχος, ο βιογράφος από τη Χαιρώνεια, επτά περίπου αιώνες μετά τα γεγονότα. Η βιογραφία του νομοθέτη στηρίζεται έτσι σε τρία στρώματα μαρτυριών που δεν έχουν την ίδια αξιοπιστία: στους στίχους του ίδιου, όπου ο πολιτικός απολογείται και υπερασπίζεται το έργο του, στη συνταγματική ιστορία της Αθήνας, που διάβασε τους νόμους του με τα μάτια της δημοκρατίας των κλασικών χρόνων, και τέλος στην ανεκδοτολογική παράδοση, με τα ταξίδια, τις συναντήσεις με βασιλείς και τα αποφθέγματα, η οποία τον κατέταξε στους Επτά Σοφούς και του εξασφάλισε, αιώνες αργότερα, θέση στη ζωγραφική της νεότερης Ευρώπης. Να χωρίσει κανείς με ακρίβεια τα στρώματα αυτά δεν είναι πάντοτε εφικτό. Μπορεί όμως, σε κάθε βήμα της αφήγησης, να δηλώνει σε ποιο από αυτά πατά.
Καταγωγή και νεότητα: ένας ευγενής στο εμπόριο
Για τον πατέρα του οι αρχαίοι συμφωνούσαν σχεδόν όλοι: ήταν ο Εξηκεστίδης, άνδρας, όπως σημειώνει ο Πλούταρχος στον Βίο του Σόλωνος, μέσος ως προς την περιουσία και την πολιτική δύναμη, από οίκο όμως που ανήγε την καταγωγή του στον Κόδρο, τον τελευταίο κατά την παράδοση βασιλιά της Αθήνας, ενώ μια μεμονωμένη μαρτυρία, την οποία ο βιογράφος καταγράφει χωρίς να την υιοθετεί, έδινε ως πατέρα του κάποιον Ευφορίωνα. Η μητέρα του, κατά τον Ηρακλείδη τον Ποντικό, ήταν εξαδέλφη της μητέρας του Πεισιστράτου, συγγένεια που η μεταγενέστερη αφήγηση φόρτωσε με όλο το βάρος της πολιτικής αντιπαράθεσης των δύο ανδρών. Το έτος της γέννησής του δεν παραδίδεται, και οι χρονολογήσεις που κυκλοφορούν, γύρω στο 640 ή στο 630 π.Χ., είναι αναγωγές από την αρχοντεία του και τις παραδόσεις για την ηλικία του, όχι άμεσες πληροφορίες των πηγών.
Εκείνο που η παράδοση προβάλλει από τη νεότητά του είναι η στροφή στο εμπόριο. Ο πατέρας του, κατά τον Έρμιππο που παραθέτει ο Πλούταρχος, είχε μειώσει την περιουσία του με ευεργεσίες και χάρες, και ο γιος, μεγαλωμένος σε σπίτι συνηθισμένο να βοηθά άλλους και όχι να βοηθείται, ντρεπόταν να δεχθεί ενίσχυση, μολονότι δεν θα του έλειπαν όσοι πρόθυμα θα του την προσέφεραν. Ορισμένοι αρχαίοι, ωστόσο, ήθελαν τα ταξίδια του νέου να αποβλέπουν περισσότερο στη γνώση και στην εμπειρία παρά στο κέρδος, ερμηνεία που ταιριάζει, ίσως υπερβολικά καλά, με τον σοφό των μεταγενέστερων διηγήσεων, και από εκεί ο βιογράφος περνά στον στίχο που ο Σόλων φέρεται να έλεγε σε προχωρημένη ηλικία, ότι γερνούσε μαθαίνοντας διαρκώς πολλά, «γηράσκειν αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος», κατά την πλάγια απόδοση του Πλουτάρχου. Ο αριστοκράτης που εμπορεύεται δεν ήταν άλλωστε ανωμαλία στον κόσμο του ύστερου 7ου αιώνα π.Χ., όπου το θαλάσσιο εμπόριο, όπως παρατηρεί ο ίδιος ο Πλούταρχος, έφερνε φιλίες με βασιλείς, εμπειρία πραγμάτων και τιμή.
Η ελεγεία για τη Σαλαμίνα
Η πρώτη πράξη του δημόσιου βίου του συνδέεται με τη Σαλαμίνα, το νησί που Αθηναίοι και Μεγαρείς διεκδικούσαν σε πόλεμο μακρύ και, για την Αθήνα, άτυχο. Κατά τη διήγηση που διασώζουν ο Πλούταρχος και ο Διογένης ο Λαέρτιος, οι Αθηναίοι, κουρασμένοι από τις ήττες, είχαν απαγορεύσει με ποινή θανάτου κάθε πρόταση για ανανέωση του αγώνα, και ο Σόλων, προσποιούμενος τον παράφρονα, εμφανίστηκε στην αγορά με πιλίδιο στο κεφάλι και απήγγειλε ελεγεία για το χαμένο νησί (κατά τον Διογένη, φορούσε στεφάνι και έβαλε τον κήρυκα να την απαγγείλει), η οποία ξεσήκωσε τους πολίτες, ώστε ο πόλεμος ξανάρχισε και η Σαλαμίνα πέρασε στους Αθηναίους. Η σκηνή έχει όλα τα γνωρίσματα του διδακτικού ανεκδότου, και η προσποιητή τρέλα μοιάζει με εξήγηση που επινοήθηκε εκ των υστέρων για να γεφυρωθεί η απόσταση ανάμεσα στον νόμο και στην παράβασή του. Η ελεγεία πάντως υπήρξε, αφού σώζονται στίχοι της, όπου ο ποιητής εύχεται να ήταν πολίτης κάποιου ασήμαντου νησιού μάλλον παρά Αθηναίος, που οι άλλοι θα τον έδειχναν περιγελώντας ως έναν από εκείνους που εγκατέλειψαν τη Σαλαμίνα. Ποίηση, λοιπόν, ως πολιτική πράξη, τρόπος που ο Σόλων δεν θα εγκαταλείψει ούτε όταν θα χρειαστεί να εξηγήσει στους συμπολίτες του τους νόμους του.
Η κρίση της Αττικής και ο άρχων του 594/3 π.Χ.
Για να κατανοήσει κανείς γιατί οι αντιμαχόμενες παρατάξεις της Αθήνας δέχθηκαν, στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., να εμπιστευθούν σε έναν άνδρα την αναμόρφωση της πολιτείας, πρέπει να θυμηθεί όσα είχαν προηγηθεί: την αποτυχημένη απόπειρα του Κύλωνα να καταλάβει την εξουσία ως τύραννος, την αιματηρή καταστολή της από τον Αλκμεωνίδη Μεγακλή, τη νομοθεσία του Δράκοντα, που δεν άγγιξε τη ρίζα του προβλήματος, και πάνω απ’ όλα το αδιέξοδο της υπερχρέωσης. Οι περισσότεροι μικροκαλλιεργητές, όπως συνοψίζει ο Δ. Ι. Κυρτάτας στην Ελληνική Αρχαιότητα, δανείζονταν με εγγύηση το ίδιο τους το σώμα, και όποιος δεν μπορούσε να εξοφλήσει κατέληγε δούλος του δανειστή του ή πουλιόταν έξω από την Αττική, ενώ η καλύτερη γη και σχεδόν όλη η πολιτική εξουσία βρίσκονταν στα χέρια λίγων οικογενειών. Μέρος της έρευνας συνδέει την κατάσταση αυτή με τους εκτήμορους, καλλιεργητές που κατά την επικρατέστερη ερμηνεία απέδιδαν το ένα έκτο της σοδειάς σε κάποιον ισχυρότερο, το ποιοι όμως ακριβώς ήταν και ποια σχέση τους έδενε με τη γη παραμένει αντικείμενο συζήτησης.
Ο Σόλων ανέλαβε το ετήσιο αξίωμα του επώνυμου άρχοντα το 594/3 π.Χ., με την εντολή να νομοθετήσει. Η χρονολογία, που οι αρχαίοι χρονογράφοι παρέδιδαν σύμφωνα, άρχισε να αμφισβητείται όταν δημοσιεύθηκε, το 1891, ο πάπυρος της Αθηναίων Πολιτείας, επειδή δύο χωρία του έργου φαίνονταν να υποδεικνύουν διαφορετική χρονική ακολουθία. Ο N. G. L. Hammond, σε μελέτη του του 1940, υποστήριξε ότι το κείμενο τοποθετεί την αρχοντεία και τη σεισάχθεια στο 594/3 και μια δεύτερη εντολή, κατά την οποία ψηφίστηκε το κύριο σώμα των νόμων, στο 592/1, ενώ άλλοι ερευνητές έχουν προτείνει και μεταγενέστερη χρονολόγηση των μεταρρυθμίσεων. Συμβατικό σημείο αναφοράς μένει, σε κάθε περίπτωση, το 594/3.
Η σεισάχθεια και οι «όροι» της γης
Πρώτο και, για τους συγχρόνους του, σημαντικότερο μέτρο ήταν η σεισάχθεια, το «τίναγμα των βαρών», όπως δηλώνει η ίδια η λέξη: τα χρέη διαγράφηκαν, ο δανεισμός με εγγύηση την προσωπική ελευθερία απαγορεύθηκε στο εξής, όσοι είχαν υποδουλωθεί για χρέη ελευθερώθηκαν και όσοι είχαν πουληθεί σε ξένους τόπους επαναπατρίστηκαν. Ο ίδιος ο Σόλων, σε ποίημα που μας σώζει η Αθηναίων Πολιτεία, καλεί ως μάρτυρα του έργου του τη μαύρη γη της Αττικής, από την οποία, λέει, ξερίζωσε τους όρους που ήταν μπηγμένοι παντού, ώστε εκείνη, δούλη άλλοτε, να είναι πια ελεύθερη. Τι ακριβώς ήταν αυτοί οι όροι; Η συνηθέστερη άποψη τους θεώρησε λίθινα σημάδια που φανέρωναν το βάρος του κτήματος, υποθήκη ή υποχρέωση απόδοσης μέρους της σοδειάς, ενώ ο Κυρτάτας προκρίνει την ερμηνεία ξύλινων πινακίδων όπου καταγράφονταν οι υποχρεώσεις των καλλιεργητών απέναντι στους γαιοκτήμονες, πινακίδων που, αφαιρούμενες, ελευθέρωναν μαζί τη γη και όσους την καλλιεργούσαν. Σε ένα σημείο, πάντως, οι πηγές συγκλίνουν: ο νομοθέτης αρνήθηκε τον αναδασμό της γης, που ζητούσαν οι ριζοσπαστικότεροι από όσους τον είχαν στηρίξει, και άφησε έτσι ανέπαφη τη δομή της ιδιοκτησίας.
Τάξεις, δικαστήρια και το δικαίωμα κάθε πολίτη
Πέρα από τα χρέη, ο Σόλων αναδιοργάνωσε τη σχέση πλούτου και εξουσίας, κατανέμοντας τους πολίτες σε τέσσερα «τέλη», δηλαδή εισοδηματικές τάξεις, με κριτήριο την ετήσια αγροτική παραγωγή: πεντακοσιομέδιμνους, ιππείς, ζευγίτες και θήτες. Οι εννέα άρχοντες προέρχονταν από τις δύο ανώτερες τάξεις και τα υπόλοιπα αξιώματα κατανέμονταν στις τρεις πρώτες ανάλογα με το εισόδημα, ενώ οι θήτες, οι φτωχότεροι πολίτες, έπαιρναν μέρος στην Εκκλησία του Δήμου και στα δικαστήρια, ώστε η καταγωγή έπαυε να είναι το μόνο κλειδί της πολιτικής συμμετοχής, χωρίς βέβαια να χάνει την κοινωνική της βαρύτητα, γι’ αυτό και οι νεότεροι ονόμασαν το σύστημα τιμοκρατικό. Στον Σόλωνα αποδίδονται επίσης μια Βουλή των Τετρακοσίων, εκατό μελών από καθεμιά από τις τέσσερις φυλές, η οποία προετοίμαζε τις εργασίες της συνέλευσης, και η Ηλιαία, το δικαστήριο των πολιτών. Οι νόμοι του Δράκοντα καταργήθηκαν, εκτός από εκείνους για τον φόνο, και οι νέοι αναγράφηκαν σε ξύλινους περιστρεφόμενους άξονες, για να είναι προσιτοί σε όποιον ήθελε να τους συμβουλευθεί.
Βαθύτερες συνέπειες, μακροπρόθεσμα, είχαν δύο δικονομικές καινοτομίες: το δικαίωμα κάθε πολίτη να προσφεύγει στη δικαιοσύνη όχι μόνο για δική του βλάβη αλλά και για λογαριασμό τρίτου ή του δημόσιου συμφέροντος, και η δυνατότητα έφεσης στο δικαστήριο του δήμου. Η Αθηναίων Πολιτεία, γραμμένη όταν η αθηναϊκή δημοκρατία είχε ήδη ολοκληρώσει τη θεσμική της πορεία, τις ξεχωρίζει, μαζί με την απαγόρευση των δανείων με εγγύηση το σώμα, ως τα μέτρα του που ευνόησαν περισσότερο τον δήμο, και η κρίση αυτή, ακόμη κι αν προβάλλει στο παρελθόν τις προτεραιότητες του 4ου αιώνα, εξηγεί γιατί οι Αθηναίοι της κλασικής εποχής αναγνώριζαν στον Σόλωνα τον γενάρχη του πολιτεύματός τους.
Ο νομοθέτης που αρνήθηκε την τυραννίδα
Οι μεταρρυθμίσεις δεν ικανοποίησαν πλήρως καμία πλευρά, αφού οι πλούσιοι έχασαν απαιτήσεις και εξαρτημένα εργατικά χέρια, ενώ οι φτωχοί δεν πήραν τη γη που ήλπιζαν. Ο Σόλων απάντησε, όπως πάντα, με ποιήματα, όπου παρουσιάζει τον εαυτό του να στέκεται ανάμεσα στις δύο παρατάξεις προβάλλοντας ισχυρή ασπίδα και να μην αφήνει καμία να νικήσει άδικα, έχοντας δώσει στον δήμο όση εξουσία του αρκούσε, ούτε λιγότερη ούτε περισσότερη. Φίλοι τον παρότρυναν να κρατήσει την εξουσία ως τύραννος, λύση καθόλου ασυνήθιστη στις ελληνικές πόλεις της εποχής, και η άρνησή του έγινε αντικείμενο ειρωνείας, την οποία κατέγραψε ο ίδιος σε στίχους: βάζει τους επικριτές του να λένε ότι ο Σόλων δεν είχε μυαλό, αφού, όταν το δίχτυ του γέμισε ψάρια, δεν το τράβηξε, ενώ εκείνοι θα δέχονταν να γδαρθεί το δέρμα τους και να σβήσει η γενιά τους, αρκεί να κυβερνούσαν την Αθήνα έστω και μία μέρα, στίχους που ο Πλούταρχος παραθέτει ως μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο τον έβλεπαν οι πολλοί και οι ταπεινοί.
Δέκα χρόνια μακριά: Αίγυπτος, Κύπρος και Σάρδεις
Μετά τη νομοθεσία ο Σόλων εγκατέλειψε την Αθήνα. Ο Ηρόδοτος, που γράφει ενάμιση περίπου αιώνα αργότερα, εξηγεί ότι ταξίδεψε φαινομενικά για να γνωρίσει τον κόσμο, στην πραγματικότητα όμως για να μην αναγκαστεί να καταργήσει κάποιον από τους νόμους του, αφού οι Αθηναίοι είχαν δεσμευθεί με όρκους να τους τηρήσουν επί δέκα χρόνια, ενώ η Αθηναίων Πολιτεία και ο Πλούταρχος μιλούν για εκατό χρόνια ισχύος, απόκλιση που δείχνει πόσο ρευστή έμεινε η παράδοση ακόμη και σε ζητήματα θεσμικά. Στην ακολουθία των ταξιδιών περιλαμβάνονται η Αίγυπτος, όπου ο Πλάτων θα τοποθετήσει τις συνομιλίες του με τους ιερείς της Σάιδος και την αφετηρία της διήγησης για την Ατλαντίδα, η Κύπρος, όπου κατά τον Πλούταρχο έπεισε τον βασιλιά Φιλόκυπρο να μεταφέρει την πόλη του σε καλύτερη θέση, η οποία ονομάστηκε έκτοτε Σόλοι, και οι Σάρδεις, η πρωτεύουσα της Λυδίας.
Η συνάντηση με τον Κροίσο είναι το επεισόδιο που χάρισε στον Σόλωνα την πανευρωπαϊκή του φήμη και, συγχρόνως, εκείνο που αντέχει λιγότερο στον χρονολογικό έλεγχο. Κατά την αφήγηση του Ηροδότου, ο βασιλιάς, αφού έδειξε στον Αθηναίο τους θησαυρούς του, τον ρώτησε ποιον θεωρούσε ευτυχέστερο από όσους είχε γνωρίσει, περιμένοντας να ακούσει το δικό του όνομα. Ο Σόλων ονόμασε πρώτα τον Τέλλο, έναν Αθηναίο που έζησε σε πόλη που ευημερούσε, είδε παιδιά και εγγόνια να μεγαλώνουν και σκοτώθηκε πολεμώντας κοντά στην Ελευσίνα, τιμημένος από τους συμπολίτες του, και ύστερα τον Κλέοβη και τον Βίτωνα, τους Αργείους αδελφούς που έσυραν οι ίδιοι την άμαξα της μητέρας τους ως το ιερό της Ήρας και πέθαναν στον ύπνο τους μετά τη γιορτή, για να καταλήξει ότι κανείς δεν μπορεί να ονομαστεί ευτυχισμένος πριν φανεί πώς θα τελειώσει τη ζωή του. Τον κύκλο τον κλείνει ο ίδιος ο ιστορικός λίγο αργότερα, όταν ο Κροίσος, ηττημένος από τον Κύρο και ανεβασμένος στην πυρά, θυμάται τα λόγια του Αθηναίου και φωνάζει τρεις φορές το όνομά του.

Η ηθική λειτουργία της διήγησης μέσα στο έργο του Ηροδότου είναι προφανής, η χρονολογία όμως δύσκολα τη σηκώνει, γιατί η άνοδος του Κροίσου στον θρόνο, όπως και του φαραώ Άμαση, που ο Ηρόδοτος συνδέει με το ίδιο ταξίδι, τοποθετείται κατά τις συνήθεις χρονολογήσεις γύρω στο 560 και στο 570 π.Χ. αντίστοιχα, δηλαδή μετά το τέλος της δεκαετούς αποδημίας, αν αυτή ακολούθησε αμέσως τη νομοθεσία. Το πρόβλημα το γνώριζε ήδη ο Πλούταρχος, ο οποίος δηλώνει ρητά ότι δεν σκοπεύει να απορρίψει μια τόσο ξακουστή διήγηση, τόσο ταιριαστή στον χαρακτήρα και στη σοφία του Σόλωνα, για χάρη χρονολογικών κανόνων που, όπως παρατηρεί, πλήθος ανθρώπων διορθώνει ακόμη χωρίς να έχει καταφέρει να τους συμφωνήσει μεταξύ τους.
Επιστροφή, Πεισίστρατος και θάνατος
Όταν ο Σόλων επέστρεψε, η Αθήνα δεν είχε ησυχάσει. Οι τοπικές και οικογενειακές παρατάξεις συγκρούονταν ξανά, και μέσα από τη σύγκρουσή τους αναδείχθηκε ο Πεισίστρατος, συγγενής του από τη μητρική πλευρά, ο οποίος, επικαλούμενος τις στρατιωτικές του επιτυχίες κατά των Μεγαρέων, εξασφάλισε προσωπική φρουρά και κατέλαβε την εξουσία επί άρχοντος Κωμέα, το 561/0 π.Χ. Η παράδοση θέλει τον γέροντα νομοθέτη να προειδοποιεί μάταια τους Αθηναίους και, όταν πια τίποτε δεν μπορούσε να αλλάξει, να αφήνει τα όπλα του μπροστά στη θύρα του σπιτιού του, σαν να δήλωνε ότι είχε βοηθήσει την πατρίδα όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Ο Πεισίστρατος, πάντως, κατά τα βασικά δεν κατήργησε τους σολώνειους νόμους, φροντίζοντας μόνο να βρίσκονται στα αξιώματα πρόσωπα που είχαν καλές σχέσεις μαζί του.
Στα τελευταία του χρόνια, κατά τον Πλούταρχο, ο Σόλων είχε αρχίσει ένα μεγάλο ποίημα για την Ατλαντίδα, με βάση όσα είχε ακούσει από τους λογίους της Σάιδος, το εγκατέλειψε όμως, όχι από έλλειψη ελεύθερου χρόνου αλλά από φόβο μπροστά στο μέγεθος του εγχειρήματος σε τέτοια ηλικία. Να σημειωθεί ότι κανένα απόσπασμα τέτοιου έργου δεν σώζεται, και η πληροφορία συνδέεται με την πλατωνική αφήγηση. Για το πόσο έζησε μετά την επικράτηση του Πεισιστράτου οι αρχαίοι διαφωνούσαν: ο Ηρακλείδης ο Ποντικός έγραφε ότι έζησε πολύ ακόμη, ο Φανίας από την Ερεσό λιγότερο από δύο χρόνια, τοποθετώντας τον θάνατό του επί άρχοντος Ηγεστράτου, του διαδόχου του Κωμέα, δηλαδή γύρω στο 560/59 π.Χ.
Ο Σόλων στη ζωγραφική της νεότερης Ευρώπης
Αυθεντική εικόνα του Σόλωνα δεν σώζεται, και η μορφή του πέρασε στη νεότερη τέχνη κυρίως μέσα από τη σκηνή με τον Κροίσο, θέμα αγαπητό στους ζωγράφους του 17ου αιώνα στις Κάτω Χώρες, όπου η αντίθεση ανάμεσα στον πλούτο και στη σύνεση αποκτούσε και ηθικοπλαστική χροιά. Στον πίνακα του Gerard van Honthorst του 1624, σήμερα στη Hamburger Kunsthalle, ο βασιλιάς, φορτωμένος γούνες, χρυσοποίκιλτα υφάσματα και στέμμα, κάθεται ανάμεσα σε αυλικούς που χαμογελούν ειρωνικά και σε σκεύη γεμάτα νομίσματα, ενώ ένας δεμένος αιχμάλωτος γονατίζει στο πρώτο πλάνο, και απέναντί του ο ξυπόλυτος γέροντας μιλά κρατώντας το ραβδί του κοντά στο πηγούνι. Ο Nikolaus Knüpfer, γύρω στο 1650–1652, μεταφέρει την ίδια αντιπαράθεση σε μικρότερη κλίμακα, με τον σοφό στη βάση της κλίμακας που οδηγεί στο βασιλικό τραπέζι, μόνο και αυστηρό, απέναντι σε έναν Κροίσο που δείχνει με το σκήπτρο τα πλούτη του.

Διαφορετική είναι η πρόθεση του Merry-Joseph Blondel στον πίνακα με υπογραφή του 1828, που αφήνει έξω κάθε αφηγηματικό επεισόδιο και ζωγραφίζει τον νομοθέτη και ποιητή ως εξιδανικευμένο τύπο, καθισμένο σε ορεινό τοπίο, τυλιγμένο σε κόκκινο ιμάτιο, με ένα ξετυλιγμένο ειλητάριο στο ένα χέρι και το άλλο ακουμπισμένο στον κρόταφο, σε στάση στοχασμού, ενώ στο λίθινο στήριγμα του καθίσματος διακρίνονται ίχνη ελληνικής επιγραφής.
Πηγές και Βιβλιογραφία
- Αριστοτέλης. Αθηναίων Πολιτεία.
- Διογένης Λαέρτιος. Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων, βιβλίο Α΄.
- Ηρόδοτος. Ιστορίαι, βιβλίο Α΄.
- Κυρτάτας, Δ. Ι., & Ράγκος, Σπ. Ι. (2012). Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος – Πολιτική – Πολιτισμός. Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.
- Πλούταρχος. Σόλων. Μετάφραση Α. Ι. Γιαγκόπουλος, Ζ. Ε. Μαλαθούνη. Μνημοσύνη, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
- Plutarch (1914). Plutarch’s Lives, Vol. I: Theseus and Romulus, Lycurgus and Numa, Solon and Publicola (B. Perrin, Trans.). Harvard University Press.