
Οι ελληνικές πόλεις είχαν κοινή γλώσσα και κοινά ιερά, την Ολυμπία ή τους Δελφούς, και ωστόσο δεν συγκρότησαν ποτέ ενιαίο κράτος. Η Ρώμη, αντίθετα, μια πόλη του Λατίου χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην αφετηρία της, είχε φέρει ως τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. το μεγαλύτερο μέρος της ιταλικής χερσονήσου υπό τον έλεγχό της. Η αντίθεση αυτή επανήλθε τόσες φορές στη νεότερη ιστοριογραφία, ώστε κατέληξε να θεωρείται αυτονόητη. Λιγότερο αυτονόητες είναι οι εξηγήσεις που δόθηκαν γι’ αυτήν. Η παλαιότερη αποδίδει τη διάσπαση στο έδαφος, στα βουνά δηλαδή που χωρίζουν τις κοιλάδες και στη θάλασσα που απομονώνει τα νησιά. Μια δεύτερη, πιο θολή, μιλά για κάποια έμφυτη ροπή των Ελλήνων προς την αυτονομία, σαν να επρόκειτο για γνώρισμα του χαρακτήρα τους και όχι για πολιτική στάση με ιστορικές αιτίες.
Η γεωγραφική εξήγηση αντέχει λιγότερο απ’ όσο φαίνεται, αν τη δοκιμάσει κανείς στην ίδια την Ιταλία. Εκεί τα Απέννινα διασχίζουν τη χερσόνησο σε όλο της το μήκος, και η Ρώμη βρέθηκε αντιμέτωπη με λαούς που δεν μιλούσαν τη γλώσσα της: Ετρούσκους, Σαβίνους, Αίκουους, Ουόλσκους, Σαυνίτες και Έλληνες των αποικιών του νότου. Το έργο της ήταν επομένως διπλό, να υποτάξει πρώτα και να αφομοιώσει έπειτα, ενώ η Σπάρτη και η Αθήνα, όταν διεκδικούσαν την ηγεσία του ελληνικού κόσμου, είχαν απέναντί τους ομόγλωσσους. Η σύγκριση έχει βέβαια κι αυτή τα όριά της. Ο ελληνικός κόσμος δεν περιοριζόταν στο Αιγαίο και στη νότια Βαλκανική, αλλά απλωνόταν από τη Μασσαλία ως τις ακτές του Εύξεινου Πόντου, και κανένα κράτος της κλασικής εποχής δεν θα μπορούσε να ελέγξει ένα τόσο διάσπαρτο δίκτυο πόλεων. Το ότι όμως Σπαρτιάτες και Αθηναίοι αγωνίστηκαν επί δεκαετίες για την πρωτοκαθεδρία, και ότι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, από το 431 ως το 404 π.Χ., ήταν στην ουσία του ένας τέτοιος αγώνας, δείχνει ότι η ιδέα ενός ενιαίου πολιτικού χώρου δεν ήταν ξένη, τουλάχιστον στον πυρήνα του κόσμου αυτού. Έλειπε ο τρόπος.
Η ρωμαϊκή λύση: μια πολιτεία με βαθμίδες
Τον τρόπο αυτό η Ρώμη τον διαμόρφωσε σταδιακά και όχι χωρίς αίμα, μέσα από πολέμους εναντίον των γειτόνων της που δεν ήταν λιγότερο σκληροί από τις συγκρούσεις των ελληνικών πόλεων μεταξύ τους. Η ρύθμιση που επιβλήθηκε το 338 π.Χ., μετά τη νίκη επί των Λατίνων, και που ο Λίβιος παραδίδει με λεπτομέρεια στη ρωμαϊκή ιστορία του, δείχνει πόσο λίγο είχε να κάνει αυτή η πολιτική με τη γενναιοδωρία. Το Λανούβιο, η Αρικία, το Νωμέντο και η Πέδον έλαβαν την πλήρη ρωμαϊκή πολιτεία, και το Τούσκουλο κράτησε όσα δικαιώματα είχε ήδη. Η Καπύη και ορισμένες πόλεις της Καμπανίας απέκτησαν τα ιδιωτικά δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη, χωρίς όμως την ψήφο. Στις υπόλοιπες λατινικές πόλεις απαγορεύτηκε να συνάπτουν γάμους μεταξύ τους, να συναλλάσσονται και να συνέρχονται σε κοινά συμβούλια, να έχουν δηλαδή οποιαδήποτε σχέση που δεν θα περνούσε μέσα από τη Ρώμη.
Η ένταξη πήγαινε λοιπόν μαζί με την απομόνωση, και αυτός ακριβώς ο διπλός χαρακτήρας εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αντοχή του ρωμαϊκού συστήματος. Κάθε κοινότητα συνδεόταν με το κέντρο με τη δική της, ξεχωριστή σχέση. Η κλίμακα των δικαιωμάτων άφηνε περιθώριο ανόδου σε όποιον έμενε πιστός, και το σώμα των πολιτών μεγάλωνε με ρυθμό που καμία ελληνική πόλη δεν γνώρισε. Για το 293 π.Χ. ο Λίβιος καταγράφει απογραφή 262.321 πολιτών. Οι σύγχρονοι ερευνητές συζητούν ποιους ακριβώς περιλάμβαναν οι αριθμοί αυτοί, η τάξη μεγέθους όμως δεν αφήνει περιθώρια παρανόησης όταν τη συγκρίνει κανείς με τις μερικές δεκάδες χιλιάδες πολιτών της πολυπληθέστερης ελληνικής πόλης.
Με αυτό το απόθεμα ανθρώπων βρέθηκε αντιμέτωπος ο Πύρρος της Ηπείρου, όταν πέρασε στην Ιταλία το 280 π.Χ. για να βοηθήσει τον Τάραντα. Νίκησε στην Ηράκλεια και στο Άσκουλο, με απώλειες που έδωσαν αργότερα το όνομά τους στην «πύρρειο νίκη», η ρωμαϊκή συμμαχία όμως δεν διαλύθηκε. Ο Πλούταρχος βάζει τον απεσταλμένο του Πύρρου, τον Θεσσαλό ρήτορα Κινέα, να παρομοιάζει τη Ρώμη με τη Λερναία Ύδρα, επειδή οι στρατοί της ξαναγεννιούνταν όσο κι αν αποδεκατίζονταν. Στον ίδιο κύκλο αφηγήσεων ανήκει και η σκηνή με τον Γάιο Φαβρίκιο Λουσκίνο, τον οποίο ο Πύρρος, πάντα κατά τον Πλούταρχο, προσπάθησε να εκφοβίσει φέρνοντας ξαφνικά πίσω του έναν ελέφαντα. Τη σκηνή αυτή ζωγράφισε ο Ferdinand Bol το 1656 για το δημαρχείο του Άμστερνταμ, ως παράδειγμα ακλόνητης πολιτικής αρετής. Οι διηγήσεις αυτές γράφτηκαν σχεδόν τέσσερις αιώνες μετά τα γεγονότα και έχουν όλα τα γνωρίσματα του ηθικού παραδείγματος. Αυτό δεν αναιρεί το ουσιώδες: ο Πύρρος κέρδιζε μάχες απέναντι σε ένα κράτος που μπορούσε να αναπληρώνει τις απώλειές του, ενώ ο ίδιος δεν μπορούσε.

Θα ήταν πάντως παραπλανητικό να φανταστεί κανείς την επέκταση της ρωμαϊκής πολιτείας ως ομαλή και αυτόβουλη πορεία. Οι Ιταλοί σύμμαχοι έδιναν επί δύο αιώνες στρατιώτες στις ρωμαϊκές εκστρατείες χωρίς να μετέχουν στις αποφάσεις. Χρειάστηκε να πάρουν τα όπλα στον Συμμαχικό Πόλεμο του 91-88 π.Χ. για να αποσπάσουν την ισοπολιτεία που η Ρώμη δίσταζε να τους παραχωρήσει, και μόνο τότε η ρωμαϊκή ιθαγένεια κάλυψε την Ιταλία νότια του Πάδου.
Σπάρτη: μια πολιτεία που λιγόστευε
Όσο η Ρώμη μεγάλωνε, η Σπάρτη μίκραινε. Οι αριθμοί που μας παραδίδουν οι αρχαίοι συγγραφείς απέχουν από απογραφές με τη σημερινή έννοια, δείχνουν όμως όλοι προς την ίδια κατεύθυνση. Ο Ηρόδοτος βάζει τον εξόριστο βασιλιά Δημάρατο να λέει στον Ξέρξη, το 480 π.Χ., ότι οι άνδρες της Σπάρτης ήταν περίπου οκτώ χιλιάδες. Ενάμιση αιώνα αργότερα ο Αριστοτέλης σημειώνει στα Πολιτικά ότι η πόλη δεν είχε πια ούτε χιλίους, τη στιγμή που η χώρα της θα μπορούσε, κατά τον ίδιο, να θρέψει χίλιους πεντακόσιους ιππείς και τριάντα χιλιάδες οπλίτες. Ο Πλούταρχος, για τα χρόνια του Άγιδος Δ΄ στα μέσα του 3ου αιώνα, γράφει στη βιογραφία του Άγιδος ότι απέμεναν όχι περισσότεροι από επτακόσιοι Σπαρτιάτες, και από αυτούς μόλις εκατό περίπου κατείχαν γη και κλήρο.
Ο μηχανισμός της συρρίκνωσης δεν είναι μυστήριο. Η ιδιότητα του πλήρους πολίτη, του «ομοίου» όπως λεγόταν, προϋπέθετε κλήρο γης και τακτική εισφορά στα συσσίτια. Όποιος δεν μπορούσε πια να καλύψει την εισφορά έπεφτε σε κατώτερη κατηγορία, χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Δεν υπήρχε συστηματικός μηχανισμός ανανέωσης του σώματος των πολιτών από τους περιοίκους ή τους είλωτες, ενώ η πολιτογράφηση ξένων στην τάξη των Σπαρτιατών παρέμενε εξαιρετικά σπάνια. Ο Αριστοτέλης έβλεπε ήδη τη ρίζα του προβλήματος στη συγκέντρωση της γης σε λίγα χέρια.
Όταν ήρθε η απόπειρα ανανέωσης, ήρθε αργά. Ο Άγις Δ΄ πρότεινε χάρισμα χρεών και αναδασμό της γης και εκτελέστηκε το 241 π.Χ. Λίγα χρόνια αργότερα ο Κλεομένης Γ΄ εφάρμοσε μεγάλο μέρος του ίδιου προγράμματος, έδωσε την πολιτεία σε περιοίκους και συγκρότησε σώμα τεσσάρων χιλιάδων οπλιτών. Ηττήθηκε όμως στη Σελλασία το 222 π.Χ. από τον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Γ΄ Δώσωνα, ο οποίος, κατά τον Πολύβιο, άφησε στη Σπάρτη ως επιστάτη τον Βοιωτό Βραχύλλη. Οι δύο μεταρρυθμιστές βασιλείς συγχέονται εύκολα όταν εξετάζονται μαζί. Ο Αντίγονος όμως αντιμετώπισε μόνο τον Κλεομένη, αφού ο Άγις είχε πεθάνει σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα, και η ήττα αυτή έφερε τη Σπάρτη υπό άμεση μακεδονική επιρροή.
Αθήνα: ανοιχτότερη, όχι όμως ανοιχτή

Η Αθήνα δεν γνώρισε τη σπαρτιατική λειψανδρία και συχνά παρουσιάζεται ως το αντίθετο παράδειγμα: μια πόλη όπου ο μέτοικος μπορούσε να γίνει πολίτης και οι απώλειες του πολέμου αναπληρώνονταν με νέους πολίτες. Η εικόνα αυτή χρειάζεται διόρθωση. Για το σώμα των πολιτών της ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί, σε μια ρητορική διατύπωση των αρχών του 5ου αιώνα, τον αριθμό των τριάντα χιλιάδων Αθηναίων. Ο νόμος όμως που πέρασε το 451/0 π.Χ. με πρόταση του Περικλή, όπως πληροφορεί η Αθηναίων Πολιτεία, περιόρισε την ιθαγένεια σε όσους είχαν Αθηναίους και τους δύο γονείς. Η πολιτογράφηση ξένων απαιτούσε ειδικό ψήφισμα της εκκλησίας του δήμου και έμεινε εξαίρεση. Και η ηγεμονία της πόλης, η Δηλιακή Συμμαχία που αποτυπώνει ο χάρτης του 431 π.Χ., στηριζόταν σε φόρους και φρουρές, χωρίς καμία πρόβλεψη για συμμετοχή των συμμάχων στα πολιτικά δικαιώματα. Η παραχώρηση της αθηναϊκής πολιτείας στους Σαμίους το 405 π.Χ., μετά τη συντριβή στους Αιγός Ποταμούς, ήρθε όταν η πόλη δεν είχε πια στόλο για να την υπερασπιστεί.
Η δίκη των στρατηγών μετά τις Αργινούσες
Μέσα σε αυτή την Αθήνα, στον εικοστό έκτο χρόνο του πολέμου, συνέβη το επεισόδιο που επικαλούνται συχνά όσοι θέλουν να δείξουν πού οδηγούσε η απουσία θεσμικών φραγμών στη λαϊκή συνέλευση. Το καλοκαίρι του 406 π.Χ. ο αθηναϊκός στόλος νίκησε τους Πελοποννησίους στις Αργινούσες, νησάκια ανοιχτά των μικρασιατικών παραλίων απέναντι από τη Λέσβο. Στη ναυμαχία σκοτώθηκε ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Καλλικρατίδας, και οι αντίπαλοι έχασαν, κατά τον Ευρυπτόλεμο, εβδομήντα πλοία. Ο Ξενοφών αναφέρει αρχικά ότι οι Αθηναίοι έχασαν είκοσι πέντε πλοία, με τα πληρώματά τους εκτός από λίγους άνδρες που σώθηκαν, ενώ αργότερα, στον λόγο του Ευρυπτόλεμου, γίνεται λόγος για δώδεκα χαμένα πλοία και για σαράντα επτά πλοία που είχαν οριστεί για την περισυλλογή. Οι στρατηγοί ανέθεσαν την επιχείρηση διάσωσης σε αυτά τα σαράντα επτά πλοία υπό τους τριηράρχους Θηραμένη και Θρασύβουλο και έπλευσαν οι ίδιοι κατά του εχθρού στη Μυτιλήνη. Μια θύελλα όμως ματαίωσε και τα δύο σχέδια, και οι ναυαγοί χάθηκαν.
Για όσα ακολούθησαν στην Αθήνα κύρια πηγή μας είναι η αφήγηση του Ξενοφώντα. Από τους οκτώ στρατηγούς της μάχης, δύο δεν επέστρεψαν. Οι έξι που γύρισαν, ανάμεσά τους ο Περικλής, γιος του ομώνυμου πολιτικού και της Ασπασίας, φυλακίστηκαν και απολογήθηκαν σε μια πρώτη συνέλευση, σύντομα και χωρίς τον χρόνο που όριζε ο νόμος. Έφτασαν παρ’ όλα αυτά πολύ κοντά στο να πείσουν, ώσπου η απόφαση αναβλήθηκε επειδή είχε νυχτώσει και δεν ξεχώριζαν πια τα χέρια στην ψηφοφορία. Στο μεσοδιάστημα γιορτάστηκαν τα Απατούρια, η γιορτή όπου συναντιούνταν οι συγγενείς. Στην επόμενη συνέλευση η βουλή έφερε την πρόταση του Καλλίξενου: να ψηφίσουν οι Αθηναίοι κατά φυλές, με δύο υδρίες για την καθεμία, για την ενοχή ή την αθωότητα όλων των στρατηγών μαζί, με μία και μόνη ψήφο.
Κατά την αφήγηση του Ξενοφώντα, παράνομη ήταν η κοινή κρίση όλων των στρατηγών με μία ψήφο αντί χωριστής δίκης για τον καθένα, και γύρω από αυτήν στήθηκε η αντίσταση. Ο Ευρυπτόλεμος, γιος του Πεισιάνακτος και συγγενής ενός από τους κατηγορουμένους, κατέθεσε μαζί με άλλους καταγγελία για παρανομία κατά του Καλλίξενου. Το πλήθος όμως φώναζε πως ήταν φοβερό να εμποδίζεται ο δήμος να κάνει ό,τι θέλει, και όταν ο Λυκίσκος πρότεινε να κριθούν με την ίδια ψήφο και όσοι επέμεναν στην καταγγελία, εκείνοι υποχώρησαν. Από τους πρυτάνεις, που όφειλαν να θέσουν το ζήτημα σε ψηφοφορία, ορισμένοι αρνήθηκαν στην αρχή, απειλήθηκαν με τον ίδιο τρόπο και ενέδωσαν. Εξαίρεση έμεινε μόνο ο Σωκράτης του Σωφρονίσκου, ο οποίος δήλωσε ότι δεν θα έκανε τίποτε αντίθετο προς τον νόμο. Ο Ευρυπτόλεμος πρότεινε τότε να δικαστεί ο καθένας χωριστά, σύμφωνα με το αυστηρό ψήφισμα του Καννωνού. Θύμισε επίσης ότι ένας από τους στρατηγούς είχε σωθεί ο ίδιος πάνω σε ακυβέρνητο πλοίο και χρειαζόταν, εκείνη την ώρα, κάποιον να τον περισυλλέξει. Η πρότασή του υπερίσχυσε στην πρώτη ψηφοφορία, μια ένορκη ένσταση του Μενεκλή οδήγησε όμως σε δεύτερη, όπου επικράτησε η πρόταση της βουλής. Καταδικάστηκαν και οι οκτώ, και οι έξι που βρίσκονταν στην πόλη εκτελέστηκαν.
Ο Ξενοφών ήταν σύγχρονος των γεγονότων, έγραψε όμως τα Ελληνικά αρκετά χρόνια αργότερα, ως μαθητής του Σωκράτη και με εμφανή επιφύλαξη απέναντι στη ριζοσπαστική δημοκρατία. Η εκδοχή του φορτώνει μεγάλο μέρος της ευθύνης στον Θηραμένη και στους ψεύτικους πενθούντες που, κατά τον ίδιο, εκείνος έστειλε στη συνέλευση μετά τα Απατούρια. Σε κρίσιμα σημεία διαφέρει από την αφήγηση του Διόδωρου, ο οποίος έγραψε τρεισήμισι αιώνες αργότερα, στηριζόμενος, κατά την επικρατούσα άποψη, στον Έφορο. Από την εποχή του George Grote, του Άγγλου ιστορικού του 19ου αιώνα που ανέλαβε την υπεράσπιση της αθηναϊκής δημοκρατίας απέναντι στους επικριτές της, η έρευνα έτεινε να προκρίνει τον Διόδωρο, και μόνο πρόσφατα η προτίμηση αυτή άρχισε να αμφισβητείται. Ούτε ο ρόλος του Σωκράτη περιγράφεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις πηγές. Στην Απολογία του Πλάτωνα και στα Ελληνικά εμφανίζεται ως ένας από τους πρυτάνεις, ενώ στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα ως επιστάτης, δηλαδή ως πρόεδρος της συνέλευσης εκείνης της ημέρας.
Σε παλαιότερη δοκιμιογραφία η παραφορά της συνέλευσης αποδόθηκε σε ένα σώμα πολιτών που είχε, υποτίθεται, αλλοιωθεί από νεοπολίτες χωρίς δεσμούς με την πόλη, θέση για την οποία οι πηγές δεν προσφέρουν στήριγμα. Πιθανότερη φαίνεται μια άλλη ερμηνεία: η δίκη έδειξε τι μπορούσε να σημαίνει η κυριαρχία μιας συνέλευσης χιλιάδων πολιτών σε μια πόλη εξαντλημένη από ένα τέταρτο του αιώνα πολέμου, με χιλιάδες ναυτικούς χαμένους στη θάλασσα και χωρίς θεσμό ικανό να σταματήσει τον δήμο όταν εκείνος αποφάσιζε να παρακάμψει τις δικές του διαδικασίες. Λίγο αργότερα, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Ξενοφών, οι Αθηναίοι μετάνιωσαν και στράφηκαν κατά όσων τους είχαν παρασύρει. Τον επόμενο χρόνο, στους Αιγός Ποταμούς, ο στόλος που είχε νικήσει στις Αργινούσες καταστράφηκε, χωρίς πολλούς από τους έμπειρους στρατηγούς του.
Η αντίστιξη του Clive και τα όριά της
Μια αντίστιξη από εντελώς άλλη εποχή βοηθά να φανεί τι διακυβευόταν. Ο Robert Clive, στρατιωτικός και διοικητής της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, είχε λάβει στον απόηχο της νίκης του στο Πλασί, το 1757, δώρα αξίας περίπου 234.000 λιρών, κυρίως στο πλαίσιο της εγκατάστασης του Μιρ Τζαφάρ, του ηγεμόνα που ο ίδιος είχε βοηθήσει να ανέλθει στην εξουσία στη Βεγγάλη. Τον Μάιο του 1773 η Βουλή των Κοινοτήτων συζήτησε τις κατηγορίες που διατύπωσε εναντίον του η επιτροπή του συνταγματάρχη Burgoyne, όπως καταγράφει η History of Parliament. Κατά τον βιογράφο του John Malcolm, η Βουλή δέχθηκε ότι είχε λάβει το ποσό των 234.000 λιρών, απέρριψε όμως το σκέλος της πρότασης που τον κατηγορούσε για κατάχρηση της εξουσίας του, ενώ ψήφισμα που ακολούθησε αναγνώρισε ότι είχε προσφέρει συγχρόνως μεγάλες υπηρεσίες στη χώρα του.
Η αντιπαράθεση των δύο υποθέσεων μπορεί να διαβαστεί ως απόδειξη ότι ένα ώριμο κράτος ξέρει να ζυγίζει τη δικαιοσύνη απέναντι στο συμφέρον, εκεί όπου η αθηναϊκή συνέλευση θυσίασε και τα δύο. Μπορεί όμως να διαβαστεί και αντίστροφα, ως περίπτωση ατιμωρησίας ενός ισχυρού ανδρός από μια βουλή με περιορισμένο εκλογικό σώμα, όπου ο ίδιος ο Clive έλεγχε έδρες και ορισμένοι βουλευτές είχαν συμφέροντα στην Εταιρεία. Οι στρατηγοί των Αργινουσών, αντίθετα, όσο άδικη κι αν ήταν η καταδίκη τους, λογοδότησαν ενώπιον ενός σώματος που περιλάμβανε τους συγγενείς των νεκρών. Οι δύο θεσμοί διέφεραν τόσο ριζικά, μια αντιπροσωπευτική βουλή του 18ου αιώνα απέναντι σε μια άμεση συνέλευση του 5ου αιώνα π.Χ., ώστε η σύγκριση φωτίζει περισσότερο το ζήτημα του ποιος δικάζει τους ισχυρούς παρά το ζήτημα της ενότητας. Και εδώ ίσως βρίσκεται η χρησιμότητά της για το αρχικό ερώτημα: μια πολιτεία που δεν μπορούσε να προστατεύσει τους δικούς της στρατηγούς από τη στιγμιαία οργή της, δύσκολα θα έπειθε άλλες πόλεις να της εμπιστευθούν τους δικούς τους πολίτες. Ο Clive πέθανε τον Νοέμβριο του 1774. Ο Καλλίξενος, κατά τον Ξενοφώντα, διέφυγε πριν δικαστεί, επέστρεψε στην Αθήνα με τους δημοκρατικούς του Πειραιά μετά την πτώση των Τριάκοντα και, μισητός σε όλους, πέθανε από πείνα.
Πηγές και Βιβλιογραφία
- Aristotle (attrib.). Athenaion Politeia, 26.4.
- Aristotle. Politics, II, 1270a.
- Diodorus Siculus. Bibliotheca historica, XIII, 97-103.
- Herodotus. Histories, V, 97 και VII, 234.
- Lee, A. Xenophon and the Arginusae Trial. Society for Classical Studies. Περίληψη επιστημονικής ανακοίνωσης.
- Livy. (1912). Ab urbe condita, VIII, 14 και X, 47 (μτφρ. Canon Roberts). London: J. M. Dent & Sons. Perseus Digital Library, Tufts University.
- Malcolm, J. (1836). The Life of Robert, Lord Clive, τόμ. III. London: John Murray. Project Gutenberg.
- Plato. Apology, 32b.
- Plutarch. (1921). Agis and Cleomenes, Agis 5-6, Cleomenes 11 (μτφρ. B. Perrin). Plutarch’s Lives, τόμ. X. Cambridge, MA: Harvard University Press.
- Plutarch. Pyrrhus, 19-21.
- Polybius. Histories, XX, 5.
- Sutherland, L. S. & Namier, L. (1964). Clive, Robert (1725-74). Στο L. Namier & J. Brooke (επιμ.), The History of Parliament: the House of Commons 1754-1790.
- Xenophon. Hellenica, I, 6-7. Perseus Digital Library, Tufts University.
- Xenophon. Memorabilia, I, 1, 18.