
Το πώμα αυτού του αγγείου δεν σηκώνεται. Πλασμένο ενιαίο με το σώμα, έτσι ώστε το εσωτερικό να μένει μόνιμα κλειστό, μετατρέπει ένα σχήμα που θα μπορούσε να φυλάξει κάτι σε αντικείμενο που απλώς δείχνει, και η κατασκευαστική αυτή λεπτομέρεια, μαζί με τη ζωγραφική που απλώθηκε στην επιφάνεια αφού ο πηλός είχε ήδη ψηθεί, κατατάσσει το πήλινο αγγείο της Centuripe του Metropolitan Museum of Art στη Νέα Υόρκη (αρ. 53.11.5) στα αντικείμενα που φτιάχτηκαν για τον τάφο. Ελληνιστικό έργο του 3ου έως 2ου αιώνα π.Χ., ύψους 39,4 εκ., ανήκει, σύμφωνα με την εγγραφή του Met, σε μια ομάδα κεραμικής που συνδέεται με την Centuripe της ανατολικής Σικελίας και χαρακτηρίζεται από περίτεχνη, λεπτή ανάγλυφη διακόσμηση και από πολυχρωμία εκτελεσμένη μετά την όπτηση, ενώ στο κύριο πεδίο του εικονίζεται μια νύφη ανάμεσα σε συνοδούς.
Τα αγγεία της ομάδας αυτής, που η βιβλιογραφία ονομάζει απλώς «αγγεία της Centuripe», θέτουν ερωτήματα που ξεπερνούν το ένα αντικείμενο: πώς ακριβώς ζωγραφίστηκαν, πόσο από το χρώμα τους είναι αρχαίο, τι σήμαινε για τους νεκρούς μιας σικελικής πόλης η εικόνα μιας νύφης. Στο αγγείο της Νέας Υόρκης, που σώζει τη σκηνή του σε σχετικά καλή κατάσταση, τα ερωτήματα αυτά αποκτούν συγκεκριμένη μορφή.
Η κατασκευή του αγγείου της Centuripe
Το σώμα, ωοειδές και φαρδύ στους ώμους, στενεύει προς ένα χαμηλό, ανοιχτό πόδι, και πάνω του κάθεται ένα κωνικό πώμα με πλατύ, προεξέχον χείλος που θυμίζει περισσότερο στέγη παρά κάλυμμα σκεύους, με ένα μικρό κυλινδρικό απόληγμα στην κορυφή και αχνά ροδοϊώδη ίχνη ακτινωτών πινελιών στην επιφάνειά του. Στην παρυφή του πώματος τρέχει ένα ανάγλυφο κορδόνι από χάντρες, κάτω από το οποίο κρέμονται κατά διαστήματα μικρά ανάγλυφα προσωπεία, πολύ φθαρμένα για να ταυτιστούν με βεβαιότητα, και ακόμη χαμηλότερα, στον ώμο του αγγείου, μια ζώνη από μικρά ορθογώνια εξάρματα πάνω σε γκριζογάλανο βάθος σχηματίζει κάτι σαν γείσο. Η ανωδομή αυτή, στέγη, γείσο, ζωφόρος, δίνει στο αγγείο την όψη μικρού κτίσματος.
Δεν πρόκειται για ιδιοτροπία του συγκεκριμένου κεραμέα. Στο δοκίμιο της Heuer, που γράφτηκε για τον ιστορικό οδηγό τέχνης του Met, τα αγγεία της Centuripe περιγράφονται ως εμπλουτισμένα με σύνθετα ανάγλυφα στοιχεία φυτικής και αρχιτεκτονικής έμπνευσης, και ο Rosario Patané σημειώνει ότι οι παρυφές τους τονίζονται συχνά με κυμάτια, τρίγλυφα και σειρές από λεοντοκεφαλές ή Έρωτες, μοτίβα που κατά τη γνώμη του προέρχονται σαφώς από μεταλλικά πρότυπα. Η σειρά των ορθογώνιων εξαρμάτων στον ώμο του αγγείου της Νέας Υόρκης ανήκει, με όλη την επιφύλαξη που επιβάλλει η φθορά, σε αυτό το λεξιλόγιο.
Το κάτω μέρος του σώματος, χωρισμένο από τη ζωγραφική ζώνη με μια οριζόντια ραχοειδή προεξοχή, φέρει ανάγλυφα φύλλα, βαμμένα σε ιώδεις και γκριζογάλανους τόνους με κιτρινωπές ανταύγειες, ένα μικρό στρογγυλό έξαρμα ανάμεσά τους και, στα πλάγια, ελικοειδείς βόστρυχους που λυγίζουν σε σχήμα S, ενώ το πόδι διατηρεί μια ωχροκίτρινη απόχρωση. Η Heuer αποκαλεί το αγγείο λέβητα και σημειώνει ότι, σε αντίθεση με τις λεκανίδες της ίδιας παραγωγής, που συναρμολογούνταν από ανεξάρτητα μέρη (πόδι, λεκάνη, πώμα, λαβή, επίστεψη) και γι’ αυτό σώζονται σπάνια ακέραιες, εδώ το πώμα κατασκευάστηκε μαζί με το σώμα, ώστε το αγγείο να μην μπορεί να λειτουργήσει ως δοχείο. Η κατασκευή και η ευπαθής, ασταθής διακόσμηση των αγγείων αυτών υποδεικνύουν, κατά την ίδια, ότι προορίζονταν για ταφικά κτερίσματα. Η λύση του ενιαίου πώματος δεν είναι μεμονωμένη: σε μια μεταπτυχιακή εργασία του Πανεπιστημίου της Évora περιγράφεται ένας γαμικός λέβητας της ίδιας παραγωγής στο Αρχαιολογικό Μουσείο «A. Salinas» του Παλέρμου, αποτελούμενος από το σώμα και ένα πώμα που δεν αφαιρείται.
Η νύφη και οι συνοδοί της
Τέσσερις γυναικείες μορφές, όλες όρθιες, απλώνονται σε ένα ενιαίο πεδίο βαθιάς ροδόχρωμης απόχρωσης που καλύπτει μόνο την πρόσθια όψη του αγγείου, ενώ η υπόλοιπη επιφάνεια μένει στο χρώμα του πηλού, με γκρίζες κηλίδες και ίχνη φθοράς. Αριστερά, μια γυναίκα με ωχροκίτρινο ιμάτιο πάνω από ανοιχτογάλανο χιτώνα στέκεται ήρεμα, με τα χέρια κατεβασμένα και το πρόσωπο σε τρία τέταρτα. Δίπλα της, η δεύτερη, με στεφάνι από φύλλα ή άνθη στα μαλλιά και ρόδινο μανδύα, σηκώνει ψηλά, στο ύψος του κεφαλιού και προς την πλευρά της νύφης, ένα μεγάλο στρογγυλό τύμπανο, του οποίου βλέπουμε λοξά την ανοιχτόχρωμη επιφάνεια.

Στο κέντρο η νύφη, τυλιγμένη ολόκληρη σε λευκοκίτρινο ένδυμα και καλυμμένη με πέπλο που κατεβαίνει από το κεφάλι στους ώμους, γέρνει ελαφρά το κεφάλι με το βλέμμα χαμηλωμένο και φέρνει το ένα χέρι στο στήθος, κοντά στην παρυφή του πέπλου, ενώ το ένδυμα σφίγγεται γύρω από το σώμα σε διαγώνιες πτυχές που φωτίζονται με λευκές πινελιές. Η τέταρτη μορφή, στα δεξιά της παράστασης, φορά κόκκινο περιδέραιο, γκριζοπράσινο ιμάτιο και από κάτω χιτώνα με κόκκινες κάθετες ταινίες, που διακρίνονται καθαρότερα στη λήψη από τα δεξιά του αγγείου, όπου φαίνεται επίσης ότι με το άλλο χέρι κρατά την άκρη του μανδύα της. Σκύβει προς τη νύφη και, τείνοντας το χέρι, φαίνεται να πιάνει το δικό της χέρι σε χαμηλό ύψος, κίνηση που θα μπορούσε να διαβαστεί ως οδήγηση ή συνοδεία, χωρίς όμως η εικόνα να επιτρέπει ασφαλέστερη εξειδίκευση.

Στα δύο άκρα του ροδόχρωμου πεδίου υψώνονται λευκά κάθετα στοιχεία, ένα στέλεχος με κυκλική απόληξη στα αριστερά και μια ταινία που καμπυλώνει στην κορυφή στα δεξιά. Αν πρόκειται για αντικείμενα του χώρου, για αρχιτεκτονικά μέλη ή απλώς για πλαισιωτικές γραμμές, οι φωτογραφίες δεν το λύνουν, βέβαιο είναι μόνο ότι οριοθετούν το ζωγραφισμένο πεδίο και ότι πέρα από αυτά το αγγείο σιωπά.
Τα πρόσωπα, στραμμένα σε διαφορετικές κατευθύνσεις, με μεγάλα σκοτεινά μάτια και ανοιχτή, φωτεινή σάρκα, δεν οργανώνονται με τη γραμμή όσο με τις διαβαθμίσεις του τόνου, με φώτα και σκιές που πλάθουν τα μάγουλα και τον λαιμό. Ο Patané περιγράφει τη ζωγραφική αυτής της παραγωγής ως τέμπερα εφαρμοσμένη μετά την όπτηση, με χρήση σβησίματος και διαγράμμισης για τη φωτοσκίαση και πυκνότερες ή αντιθετικές πινελιές στις λεπτομέρειες, και η περιγραφή ταιριάζει σε ό,τι διακρίνεται εδώ, κυρίως στα λευκά φώτα των πτυχών, που κάθονται πάνω στο χρώμα σαν τελευταίο στρώμα.
Το τύμπανο
Το όργανο που υψώνει η δεύτερη συνοδός είναι τύμπανο-πλαίσιο, δηλαδή μεμβράνη τεντωμένη πάνω σε στεφάνη, και η μελέτη της Bellia για τα ειδώλια γυναικών που το κρατούν, σε σικελικά ευρήματα του 4ου και του 3ου αιώνα π.Χ., το συνδέει με χώρους λατρείας της Δήμητρας και της Κόρης, καθώς και της Άρτεμης, όπου σύμφωνα με τη βιβλιογραφία που επικαλείται οι κοπέλες αφιέρωναν πριν από τον γάμο αντικείμενα των παιδικών τους χρόνων, ανάμεσά τους και τύμπανα. Στα ειδώλια εκείνα το τύμπανο κρατιέται συνήθως στο πλάι, ακουμπισμένο στο σώμα. Εδώ υψώνεται, σε μια κίνηση πιο ζωηρή, που εισάγει στην ήσυχη κατά τα άλλα σύνθεση τον ήχο, χωρίς η ίδια η εικόνα να αποφασίζει αν η μουσική ανήκει σε μια γαμήλια πομπή ή παραπέμπει σε κάποιο λατρευτικό τελετουργικό.
Τέμπερα πάνω στον ψημένο πηλό
Η πολυχρωμία των αγγείων της Centuripe διαφέρει ριζικά από τη ζωγραφική της ελληνικής αγγειογραφίας, γιατί τα χρώματα δεν περνούσαν από τον κλίβανο: απλώνονταν με συνδετικό μέσο πάνω σε ήδη ψημένη επιφάνεια και έμεναν εκτεθειμένα, εύθρυπτα, ευάλωτα στην υγρασία, στην τριβή και, όπως αποδείχθηκε, στις επεμβάσεις των νεότερων χρόνων. Μια πρώιμη συστηματική τεχνική παρατήρηση για ένα αγγείο του Met ανήκει στη μελέτη της Richter του 1932, η οποία, εξετάζοντας μια λεκανίδα με ψηλό κωνικό πώμα που είχε αποκτήσει το μουσείο λίγο νωρίτερα, σημείωνε ότι το ροδόχρωμο βάθος ήταν ζωγραφισμένο απευθείας πάνω στον πηλό και ότι λευκό προπαρασκευαστικό στρώμα υπήρχε μόνο κάτω από τις μορφές. Η ανάλυση των χρωστικών, που έγινε τότε από τον C. F. Binns του Alfred University, αναγνώρισε κίτρινη ώχρα, ούμπρα, κιμωλία, θρυμματισμένο γυαλί με χαλκό για το γαλάζιο, κιννάβαρι, αιθάλη και κόκκινη ώχρα αναμεμειγμένη με κιμωλία για το ροζ, ενώ ο τόνος της σάρκας μπορούσε να αποδοθεί με ανάμειξη του ροζ και του κίτρινου. Τα δεδομένα αυτά αφορούν άλλο αγγείο, όμως η παλέτα που περιγράφουν είναι η ίδια που βλέπει κανείς στη νυφική σκηνή του 53.11.5.
Οι νεότερες αρχαιομετρικές μέθοδοι επέτρεψαν μια πιο λεπτή εικόνα. Σε αρχαιομετρική έρευνα με φορητή φασματοσκοπία XRF και FTIR σε δύο αγγεία του Παλέρμου, μια πυξίδα και έναν γαμικό λέβητα, η Elisa Chiara Portale και οι συνεργάτες της επιβεβαίωσαν την τεχνική της τέμπερας και εντόπισαν, στο στρώμα κάτω από τη ζωγραφική, δύο φάσεις θειικού ασβεστίου: η παρουσία βασσανίτη δείχνει, κατά τους ερευνητές, ότι το στρώμα αυτό ψήθηκε σε χαμηλή θερμοκρασία πριν απλωθεί η καθαυτό ζωγραφική, ενώ η γύψος σε άλλα σημεία συμπίπτει με ρετουσαρίσματα ή με ίχνη νεότερων χρωστικών. Ο γαμικός λέβητας του Παλέρμου ξεχωρίζει, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, για τη χρήση σπανιότερων χρωστικών, όπως το κιννάβαρι και πιθανότατα ο αζουρίτης, και για την ποιότητα του σχεδίου. Η εργασία της Évora περιγράφει αντίστοιχα μια διάταξη τριών στρωμάτων, λευκό από ανθρακικό και θειικό ασβέστιο, ένα κόκκινο με οξείδια του σιδήρου και ένα εξωτερικό με τις χρωστικές, και αποδίδει την τέμπερα στην ανίχνευση πρωτεϊνικών καταλοίπων.
Για το αγγείο της Νέας Υόρκης δεν έχει δημοσιευτεί στην ηλεκτρονική εγγραφή του μουσείου ανάλογη τεχνική εξέταση, και το πόσο από την επιφάνεια που βλέπουμε σήμερα είναι αρχαίο και πόσο, ενδεχομένως, συμπληρωμένο, δεν μπορεί να κριθεί από φωτογραφίες. Διακρίνονται ωστόσο απώλειες χρώματος στις χαμηλότερες περιοχές του πεδίου, φθορές στα ανάγλυφα και οι γκρίζες κηλιδώσεις της άβαφης πλάτης.
Γάμος, ψυχή και τάφος
Το θέμα της νύφης δεν είναι μεμονωμένο στην παραγωγή της Centuripe. Η Heuer σημειώνει ότι η ζωγραφισμένη εικονογραφία των αγγείων αυτών σχετίζεται με τον γάμο ή με τη διονυσιακή λατρεία, της οποίας τα μυστήρια ήταν διαδεδομένα στη νότια Ιταλία και στη Σικελία, πιθανότατα επειδή υπόσχονταν στους μυημένους μακάρια μεταθανάτια ζωή. Το ζύγισμα ανάμεσα στις δύο αναγνώσεις έχει τη δική του ιστορία, που την ανασυνθέτει η Portale σε άρθρο του 2021: η αρχική, «βακχικο-ορφική» εξήγηση, που στηρίχτηκε στην ανακάλυψη, στις αρχές του 20ού αιώνα, δύο αγγείων με τον Διόνυσο σε χαλαρή στάση, υποχώρησε από το δεύτερο μισό του αιώνα μπροστά στη θέση ότι το γαμήλιο θέμα ήταν το σημαντικότερο του ρεπερτορίου, ενώ ορισμένοι μελετητές δέχτηκαν αργότερα και μυθολογικά ή θεατρικά πρόσωπα.
Ποιο νόημα είχε όμως μια γαμήλια σκηνή μέσα σε τάφο; Σε μελέτη του 2016 στα πρακτικά της Rei Cretariae Romanae Fautorum ο Rosario Patané παρατηρεί ότι τα θέματα των αγγείων ανήκουν τακτικά στον κόσμο του γυναικωνίτη και αποδίδουν διάφορες στιγμές της γαμήλιας τελετής, με τις ανδρικές μορφές σε δευτερεύοντα ρόλο εκτός από τον Διόνυσο, και ότι η παρουσία τέτοιων αγγείων τουλάχιστον σε ορισμένους ανδρικούς τάφους δείχνει πως η εικονογραφία δεν σχετιζόταν με το φύλο του νεκρού. Απορρίπτει ρητά τις «ρεαλιστικές» εξηγήσεις του Paul Deussen, που έβλεπε στα αγγεία γαμήλια δώρα, φυλαγμένα ως τον θάνατο της συζύγου και κατόπιν θαμμένα μαζί της, και προτιμά μια συμβολική ανάγνωση στην οποία η νεαρή γυναίκα μπορεί να νοηθεί ως προσωποποίηση της Ψυχής, αναφέροντας παράλληλα την πρόταση της Portale να συνδεθούν οι νεαρές γυναικείες μορφές με τη λατρεία των Νυμφών, παίζοντας με τη διπλή σημασία της λέξης «νύμφη», θεότητα και νύφη. Στη μελέτη του 2017 η ομάδα του Παλέρμου προσθέτει μια παρατήρηση που αγγίζει άμεσα την όψη του αγγείου της Νέας Υόρκης: τα χρωματικά εφέ, γράφουν οι ερευνητές, δεν είναι απλώς ζήτημα γούστου, αλλά συνεργάζονται με την εικονογραφία και τη συνολική κατασκευή για να διαμορφώσουν ένα κτέρισμα κύρους με μεγάλο συμβολικό βάρος, που υπαινίσσεται κάποια ελπίδα αθανασίας για τον νεκρό.
Στη συγκεκριμένη σκηνή λείπει ο γαμπρός, λείπει κάθε ένδειξη χώρου, και το βάρος πέφτει ολόκληρο στη σιωπηλή, πεπλοφορεμένη μορφή που οι συνοδοί πλαισιώνουν και, όπως φαίνεται, καθοδηγούν. Μια τέτοια οικονομία ταιριάζει σε όλες τις παραπάνω αναγνώσεις, χωρίς να επιβάλλει καμία.
Χρονολόγηση, προέλευση και ανοιχτά ερωτήματα
Η χρονολόγηση των αγγείων αυτών μετακινήθηκε σημαντικά μέσα στον 20ό αιώνα. Η Richter, το 1932, τα τοποθετούσε προσωρινά στον 2ο έως 1ο αιώνα π.Χ., στηριγμένη στις ομοιότητες της ζωγραφικής τους με τις τοιχογραφίες της Πομπηίας και σε ένα πολύχρωμο αμφορέα από την Ολβία, και περίμενε από τις μελλοντικές ανασκαφές να λύσουν το πρόβλημα. Σήμερα το Met χρονολογεί το έργο στον 3ο έως 2ο αιώνα π.Χ., και ο Patané αναφέρει την πρόταση της Ulrike Wintermeyer (1975) για μια διάρκεια της παραγωγής περίπου ογδόντα ετών από τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. Η εποχή είναι εκείνη της σταδιακής επέκτασης της ρωμαϊκής επιρροής στη Σικελία, και ο Patané, παραπέμποντας στον Διόδωρο, υπενθυμίζει ότι το 263 π.Χ. Ρωμαίοι ύπατοι είχαν καταλάβει το Αδρανό και πολιορκούσαν την Centuripe όταν πρέσβεις πολλών πόλεων ζήτησαν ειρήνη. Η πόλη, κατά τον ίδιο, εξαρτιόταν πολιτισμικά από τις Συρακούσες, ανέπτυξε όμως αυτονομία στην παραγωγή πήλινων ειδωλίων και κεραμικής, με παραγγελιοδότες από την τοπική άρχουσα τάξη.
Η εγγραφή του Met αναφέρει ότι το αγγείο λέγεται πως βρέθηκε στην Centuripe και ότι ως το 1953 βρισκόταν στην κατοχή του Elie Borowski στη Νέα Υόρκη, από τον οποίο το μουσείο το αγόρασε με κονδύλι του κληροδοτήματος Joseph Pulitzer. Η διατύπωση «λέγεται πως βρέθηκε» σημαίνει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ανασκαφικού συνόλου, και το κενό αυτό δεν αφορά μόνο το αντικείμενο της Νέας Υόρκης. Όπως σημειώνει η Portale σε μελέτη του 2022 για το ζήτημα της γνησιότητας, τα νεκροταφεία της Centuripe λεηλατούνταν ήδη από τον 19ο αιώνα, μέχρι πρόσφατα πολλά αγγεία θεωρούνταν αμφίβολα και ορισμένα αποδείχθηκαν πλαστά, ενώ «αναστηλωτές» του παράνομου κυκλώματος μπορούσαν είτε να αναπαράγουν σχήματα και διακόσμηση είτε να «φρεσκάρουν» τις ζωγραφισμένες επιφάνειες, δημιουργώντας παραπλανητικά παλίμψηστα που κάποτε φαίνονται πιο «πειστικά» από τις γνήσιες διακοσμήσεις. Ο Patané, από την πλευρά του, θεωρεί ότι η αυτόματη απόδοση στην Centuripe των πολλών αγγείων χωρίς προέλευση πρέπει να επανεξεταστεί, και με εργαστηριακές αναλύσεις, εφόσον συγκρίσιμη κεραμική έχει βρεθεί και αλλού στην ανατολική Σικελία, ιδίως στη Μοργαντίνα, όπου όμως παρουσιάζει διαφορές.
Η απώλεια των συνόλων έχει επηρεάσει και τις υποθέσεις για την ομαδοποίηση των αγγείων. Ο Deussen είχε υποστηρίξει ότι τα δύο αγγεία του Παλέρμου και δύο ακόμη, που απέκτησε ο ίδιος έμπορος και βρίσκονται σήμερα στο Metropolitan Museum, προέρχονταν από τον ίδιο τάφο, η ομάδα του Παλέρμου όμως διαπίστωσε ότι η χρωματική παλέτα, το ύφος και η δευτερεύουσα διακόσμηση των δύο αγγείων του Παλέρμου δεν συμπίπτουν, γεγονός που αντιβαίνει στην υπόθεση. Η διαθέσιμη περίληψη της μελέτης δεν κατονομάζει τα δύο αγγεία της Νέας Υόρκης, και γι’ αυτό η συσχέτιση με το 53.11.5 δεν μπορεί να γίνει χωρίς πρόσβαση στο πλήρες κείμενο. Ο ίδιος ερευνητής είχε επιχειρήσει, στη διδακτορική του διατριβή των αρχών της δεκαετίας του 1970, να οργανώσει την παραγωγή σε τέσσερα εργαστήρια με ζωγράφους που ονόμασε από τα αγαπημένα τους θέματα, όπως ο Ζωγράφος του Διονύσου, μια εικόνα που οι Portale και Chirco (2024) θεωρούν ότι, παρά τα αντικειμενικά της στοιχεία, αποδυναμώνεται από ερμηνευτικές αστοχίες και από την έλλειψη εμβάθυνσης στα τεχνικά χαρακτηριστικά. Το αγγείο της Νέας Υόρκης δεν αποδίδεται στην εγγραφή του μουσείου σε κάποιον ζωγράφο ή εργαστήριο, και η νύφη του, με το βλέμμα χαμηλωμένο κάτω από το πέπλο, παραμένει έργο ανώνυμου τεχνίτη μιας σικελικής πόλης του 3ου ή του 2ου αιώνα π.Χ.
Πηγές και Βιβλιογραφία
- Abboud, R. (2016). Characterization of the pigments of Siceliot pottery decoration: the Centuripe ceramics. Μεταπτυχιακή εργασία, Universidade de Évora.
- Bellia, A. (2012). Iconografia e culti: statuette di suonatrici di tympanon. Στο M. Albertocchi, A. Pautasso, U. Spigo (επιμ.), Philotechnia. Studi sulla coroplastica della Sicilia greca (σσ. 253-263). Catania: CNR-IBAM.
- Heuer, K. (2010). Funerary Vases in Southern Italy and Sicily. Heilbrunn Timeline of Art History. New York: The Metropolitan Museum of Art.
- Patané, R. P. A. (2016). «Ceramica centuripina» e terracotte teatrali. Per le credenze sull’aldilà nella Sicilia romana. Rei Cretariae Romanae Fautorum Acta, 44, 255-265.
- Portale, E. C. (2021). Dioniso a Centuripe: iconografia «teatrale» e imagerie dionisiaca in contesto funerario. Ocnus, 29, 87-118.
- Portale, E. C. (2022). Old controversies and new data: assessing again the polychrome vases from Centuripe. Στο M. Salvadori, E. Bernard, L. Zamparo, M. Baggio (επιμ.), Beyond Forgery. Collecting, Authentication and Protection of Cultural Heritage (σσ. 265-279). Padova University Press.
- Portale, E. C., & Chirco, G. (2024). The Craft of Centuripe Vases: Techniques, Colors, Patterns. Στο D. Elia, E. Hasaki, M. Serino (επιμ.), Technology, Crafting and Artisanal Networks in the Greek and Roman World (σσ. 241-254). Berlin/Boston: De Gruyter.
- Portale, E. C., Chillura Martino, D., Saladino, M. L., Caponetti, E., & Chirco, G. (2017). «vasi di Centuripe»: per un approccio integrato. Στο E. C. Portale, G. Galioto (επιμ.), Scienza e archeologia (σσ. 75-99). Pisa: ETS.
- Richter, G. M. A. (1932). A Polychrome Vase from Centuripe. Metropolitan Museum Studies, 4(1), 45-54.
- The Metropolitan Museum of Art (χ.χ.). Terracotta vase, 53.11.5. Greek and Roman Art, The Met Collection.
Παραπομπή
Πώς να παραπέμψετε σε αυτό το άρθρο
Pafilis, T. M. «Αγγείο της Centuripe με νύφη και συνοδούς στο Metropolitan Museum». Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, 27 Οκτωβρίου 2026. https://www.elpedia.gr/aggeio-centuripe-nyfi-synodoi-metropolitan/.
Pafilis, T. M. (2026, 27 Οκτωβρίου). Αγγείο της Centuripe με νύφη και συνοδούς στο Metropolitan Museum. Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. https://www.elpedia.gr/aggeio-centuripe-nyfi-synodoi-metropolitan/
Pafilis, T. M. «Αγγείο της Centuripe με νύφη και συνοδούς στο Metropolitan Museum». Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, 27 Οκτωβρίου 2026, https://www.elpedia.gr/aggeio-centuripe-nyfi-synodoi-metropolitan/. Πρόσβαση .
Pafilis, T. M. (2026) «Αγγείο της Centuripe με νύφη και συνοδούς στο Metropolitan Museum», Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, 27 Οκτωβρίου. Διαθέσιμο στο: https://www.elpedia.gr/aggeio-centuripe-nyfi-synodoi-metropolitan/ (Πρόσβαση: ).





